Αναζήτηση
  • Δέσποινα Λιμνιωτάκη, Ψυχολόγος MSc

Love Bombing: πώς η κακοποίηση κατασκευάζεται στην εφηβική ηλικία

Πολλές φορές χρησιμοποιούμε εν είδει συνθήματος ενάντια στην κακοποίηση την ξενόφερτη φράση «ενδυναμώστε τις κόρες σας, εκπαιδεύστε τους γιούς σας» (empower your daughters, educate your sons), αλλά αυτό γίνεται ακόμα ένα κοινότοπο σλόγκαν για να παρηγορηθούμε μεταξύ μας όταν δεν συνοδεύεται από μια σειρά προτάσεων που εκπαιδεύουν τις κόρες μας σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν και τους γιους μας σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν, προκειμένου αυτοί να μη δέχονται ή ασκούν βία. Αυτό που ξεχνάμε δηλαδή - μέσα στο πάθος με το οποίο προσεγγίζουμε το τεράστιο θέμα της δημιουργίας της κακοποιητικής συμπεριφοράς - είναι τα βήματα εξόδου από το φαύλο κύκλο, αφενός σαν να είναι η έξοδος από την κακοποίηση κάτι τόσο απλό όσο προτρέπει η φράση «μίλα!», αφετέρου σαν να παραγκωνίζουμε την πρόληψη, αφήνοντας απέξω τη μελέτη των βημάτων που εισάγουν ή εθίζουν ή φυλακίζουν τα άτομα εξαρχής στην κακοποίηση. Και είναι πραγματικά σημαντικό να κάνουμε εκτενή αναφορά στα σημάδια που προειδοποιούν ότι μια συναισθηματική σχέση δημιουργεί προβληματισμούς ως προς την εξέλιξη της, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που λέει η πρόταση: επειδή πρόκειται για μια συναισθηματική σχέση μέσα στην οποία δενόμαστε, αφηνόμαστε και επιτρέπουμε από αυτή να μας παρασύρει και επειδή οι ειδικοί καταλήγουν ότι όλα τα προειδοποιητικά καμπανάκια κινδύνου προϋπάρχουν. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας σε συνεργασία με τους νομοθέτες στην Αυστραλία συνέγραψαν από κοινού μια σειρά προτάσεων προσέγγισης του καταναγκαστικού ελέγχου (coercive control) που είναι ενδεικτικός του τι μπορεί να ακολουθήσει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους ή/και προηγείται των γυναικοκτονιών σχεδόν πάντα. Στόχος αυτών των προτάσεων δεν είναι μόνο η αποσαφήνιση του καταναγκαστικού ελέγχου και η αναγνώριση του πλέον από την πολιτεία και το ευρύ κοινό αλλά κυρίως η σταδιακή ενοχοποίηση των δρώντων για άσκηση καταναγκαστικού ελέγχου πριν συμβεί το αναπόφευκτο.




Στην προαναφερθείσα ήπειρο, τα στατιστικά στοιχεία σοκάρουν καθώς το δημογραφικό γκρουπ που κινδυνεύει περισσότερο να γίνει θύμα καταναγκαστικού ελέγχου είναι οι νεαρές γυναίκες ηλικίας 16 με 25 ετών, πολλές από τις οποίες στην πραγματικότητα μόλις ξεκινούν την εμπειρία τους με τη σύναψη μιας σημαντικής για εκείνες συναισθηματικής σχέσης. Και δυστυχώς για την ηλικία μέσα από την οποία κάποιος πειραματίζεται με την ταυτότητα και τα όρια του, η αγνή, άδολη και ανόθευτη αγάπη που είναι έτοιμοι να ζήσουν με όλες τους τις δυνάμεις, εμπεριέχει όχι μόνο τους χειρότερους φόβους τους, αλλά και αυτούς των γονιών τους, οι οποίοι συνειδητοποιούν αποσβολωμένοι ότι δεν χρειάζεται να συγκατοικείς με κάποιον κακοποιητικό σύντροφο για να κινδυνέψεις από αντίστοιχη συμπεριφορά αλλά, αντιθέτως, μπορείς να εθιστείς σε αυτή εύκολα και κάτω από το όριο γενικότερης ανίχνευσης. Πώς; Μέσα από το «love bombing», ένα καταιγισμό αγάπης, λογοδοσίας και συνεχούς αναφοράς της καθημερινότητας σου στο υπεράνω-πάσης-υποψίας πρόσωπο της επιλογής σου.

Το love bombing δεν είναι πάντα ένοχο για κάτι κακό που θα ακολουθήσει και σίγουρα οι νέοι έχουν ήδη εθιστεί στην ολοήμερη ενασχόληση με τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης από τις οποίες ανταλλάζουν περισσότερες πληροφορίες από ότι θα ήταν ποτέ απολύτως ασφαλές. Αλλά το love bombing μπορεί να πει πολλά για τους εμπλεκόμενους σε μία συναισθηματική σχέση, για το πώς κάποιος σε βάζει στη διαδικασία να μοιράζεσαι κάθε στιγμή της καθημερινότητας σου για να τη φιλτράρει στη συνέχεια μέσα από τη διεκδίκηση (γιατί ήσουν με αυτούς και όχι με εμένα;), τον έλεγχο επιλογών (που ήσουν; γιατί πήγες;), τις σκηνές ζηλοτυπίας ή τον θυμό (δεν με συμπεριέλαβες σε αυτή την απόφαση σου). Το φοβερό είναι ότι όλο αυτό στα πρώτα στάδια μπορεί πολύ εύκολα να περάσει ως ερωτικό παιχνίδι και από τις δυο πλευρές και συχνά στην κλινική πρακτική συναντάμε περιπτώσεις μέσα από τις οποίες οι σύντροφοι επικοινωνούν το «ενδιαφέρον» τους ακριβώς έτσι, πιστεύοντας μάλιστα ότι όλο αυτό είναι κουλ και επιβεβλημένο εφόσον είσαι «σε σχέση».

Ο καταναγκαστικός έλεγχος ξεκινάει από τη στιγμή που ο ένας από τους δύο ή και οι δύο αρχίζουν να δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι υπάρχει ζωή πέρα από τη δυαδικότητα της σχέσης τους. Έτσι μπαίνουν στη διαδικασία να χρησιμοποιούν τις εφαρμογές που εντοπίζουν γεωγραφικά το που ακριβώς μπορεί να βρίσκονται όταν δεν είναι μαζί, το πόσο μακριά από την «κοινή» τους, οριοθετημένη περιοχή απομακρύνονται και πότε. Άλλωστε, αν όλα αυτά τα συστήματα εντοπισμού έχουν ελεύθερη και δημόσια χρήση, τότε γιατί να είναι επιλήψιμα, ε; Οι δύο ερωτευμένοι-χωρίς-όρους (ή όρια) συνεχίζουν να κάνουν απανωτά check-in και λεπτομερή τεκμηρίωση του πώς θα λειτουργήσουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, να μετρούν τα δευτερόλεπτα από την αποστολή ενός μηνύματος μέχρι αυτό να διαβαστεί, να κάνουν σκηνή με θέμα το «διαβάστηκε» ή την απάντηση που ήρθε μονολεκτικά, χωρίς πάθος ή το πώς κάποιος συνέχισε να είναι online πολύ αφότου είχε γράψει καληνύχτα στον καλό του. Η ιστορία συνεχίζεται με χίλιους δυο τρόπους, από τη μέτρηση των λάικ στα δίκτυα, σε ποιον έβαλες καρδούλα ή το με ποιους διατηρείς επικοινωνία και γιατί. Το love bombing είναι ανεξάντλητο μέχρι ο έρωτας να μπει σε εισαγωγικά και να καταλάβεις ότι δεν πρόκειται για πραγματικό έρωτα αλλά για «έρωτα», δηλαδή κεκαλυμμένο πρόβλημα, συνήθως του ενός προς τον άλλο καθώς η υποτιθέμενη αγάπη γίνεται επιτήρηση, σετ σκληροπυρηνικών κανόνων που επιπλέον φοράει το μανδύα του ηθικοπλαστικού μηνύματος (όποιος είναι σε σχέση δεν κάνει το τάδε και το δείνα).


Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η υπερπροσπάθεια δεν συνιστά απαραίτητα την απαρχή μιας κακοποίησης στη σχέση: φτιάχνει όμως την ιδανική αφορμή για να συζητήσουμε με ειλικρίνεια και γενναιότητα για την ποιότητα στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, για τα όρια ανάμεσα στο εγώ, το εσύ και το εμείς, για το τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να κρατήσουμε ένα δεσμό και για το τι είδους σχέσεις ονειρευόμαστε για τους εαυτούς μας και τους άλλους. Αυτός ο διάλογος - όταν μάλιστα γίνεται δημόσια - αποτελεί μια άσκηση στη συλλογική ενδυνάμωση, λειτουργεί προστατευτικά προς τα παιδιά μας, αποσαφηνίζει απορίες και δημιουργεί προοπτική για τη σύναψη μελλοντικά υγιών σχέσεων. Και ο διάλογος που μας συμπεριλαμβάνει ως συνομιλητές, συνδιαμορφωτές, θεατές και συμμέτοχους, είναι ακριβώς αυτή η ποιότητα που θα πρέπει να απαιτήσουμε φέτος - ως πρώτο βήμα για την καταπολέμηση της βίας που στρέφεται στις γυναίκες - από τους ίδιους τους εαυτούς μας.


* Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη GEA: Gender Equality Assembly, για τη στήλη The Pow(d)er Room, στις 05/01/2022. Βρείτε το εδώ.