top of page

'Οταν η πολιτική μάς εκπαιδεύει να αδιαφορούμε *

  • Εικόνα συγγραφέα: Δέσποινα Λιμνιωτάκη, Ψυχολόγος MSc
    Δέσποινα Λιμνιωτάκη, Ψυχολόγος MSc
  • πριν από 6 ώρες
  • διαβάστηκε 4 λεπτά

Παρακολουθούσα βίντεο για τα νέα κόμματα που ξεφυτρώνουν στην ελληνική πολιτική σκηνή. Άλλο ένα κόμμα, άλλος ένας αρχηγός, άλλη μία υπόσχεση αλλαγής. Μεγαλοστομίες, φανφαρονισμοί, παλιές ιδεολογίες με καινούργια λογότυπα και γνώριμες φιγούρες που επιστρέφουν από το χρονοντούλαπο της ιστορίας διεκδικώντας μια ύστατη θέση στο τραπέζι της εξουσίας. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα, πιστό στον εαυτό του, μοιάζει να ανακυκλώνεται με αξιοθαύμαστη επιμονή.

Την ίδια στιγμή, τα media παρουσιάζουν ξεθωριασμένες πολιτικές περσόνες, ανθρώπους που είχαν ήδη ξεπέσει όταν ακόμη εμείς ήμασταν νέοι, ως φορείς μιας υποτιθέμενης ελπίδας για το «καινούριο». Και κάπου εκεί αισθάνεσαι πως η πιο λογική αντίδραση θα έπρεπε να είναι μία: να κλείσεις την οθόνη.


Λίγο πριν το κάνω όμως, ανάμεσα σε αποσπασματικά clips και πολιτικά στιγμιότυπα, θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει σε ξένη πλατφόρμα με τίτλο «Η Μεγάλη Απόσυρση». Η βασική του ιδέα ήταν απλή αλλά ανησυχητική: ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι αποσύρονται από τα κοινά, παύοντας να πιστεύουν ότι αξίζει να συμμετέχουν στα μεγάλα γεγονότα της εποχής τους. Όχι επειδή αδιαφορούν, αλλά επειδή η απογοήτευση έχει πλέον στερεοποιηθεί σε πεποίθηση.


Και τότε γεννήθηκε η σκέψη - μήπως η αλματώδης εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών και η διαρκώς αυξανόμενη σιωπή της κάλπης δεν είναι αντίθετα φαινόμενα; Μήπως αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος; Ενός πολιτικού συστήματος που παράγει αδιάκοπα θόρυβο ακριβώς επειδή έχει χάσει το κοινό του.


Γιατί το βαθύτερο πρόβλημα σήμερα δεν είναι απλώς η αποχή. Αυτή είναι το σύμπτωμα. Η πραγματική κρίση είναι η σταδιακή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η αποκατάστασή της δεν φαίνεται να αποτελεί ουσιαστική προτεραιότητα για το πολιτικό προσωπικό. Αν οι νέοι δεν «βγάζουν» πρωθυπουργό, τότε ας επιστρέψουμε στους συνταξιούχους της πολιτικής. Ισως η αντανακλαστική ψήφος τους, εξασφαλίσει ακόμη μία θέση στη Βουλή. Ας παράξουμε “περιεχόμενο” που να απευθύνεται στους παππούδες και όχι στα νέα παιδιά μας.


Παρότι οι διαφορές μεταξύ χωρών είναι σημαντικές και συνδέονται με τους θεσμούς πρόνοιας, την οικονομική ασφάλεια και τις συνθήκες μετάβασης στην ενηλικίωση, η πτώση της πολιτικής εμπιστοσύνης καταγράφεται σχεδόν παντού εντονότερη στους νέους ανθρώπους, ιδιαίτερα στη γενιά που ψήφισε για πρώτη φορά μέσα στην πανδημία. Έρευνα του London School of Economics and Political Science, η οποία ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 750.000 ανθρώπους σε 142 χώρες μέσω των Gallup World Polls, έδειξε ότι οι νέοι στην ύστερη εφηβεία και την πρώιμη ενηλικίωση αναπτύσσουν μια διαρκή δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς και τους ηγέτες.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, οι νέοι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος παγκοσμίως και όμως παραμένουν δραματικά υποεκπροσωπούμενοι στους δημοκρατικούς θεσμούς και τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη δημογραφική τους βαρύτητα και την πραγματική πολιτική τους επιρροή τροφοδοτεί αναπόφευκτα την απαξίωση. Ακόμη και οι εκρήξεις νεανικού ακτιβισμού, όσο μαζικές ή ηχηρές κι αν είναι, συχνά εξαντλούνται στην επικοινωνιακή τους απήχηση χωρίς να μεταφράζονται σε ουσιαστικές πολιτικές αλλαγές που να βελτιώνουν τη ζωή των ίδιων των νέων. Έτσι, η απογοήτευση αρχίζει σταδιακά να αντικαθιστά την πίστη ότι η συμμετοχή μπορεί πράγματι να αλλάξει κάτι, ενώ η πολιτική εμπλοκή μοιάζει ολοένα και περισσότερο με συναισθηματική επένδυση χωρίς αντίκρισμα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα κοινωνικά δίκτυα που συχνά ενισχύουν την πόλωση αντί για τον διάλογο, εντείνουν την αίσθηση πως η ουσιαστική επικοινωνία είναι αδύνατη, οδηγώντας πολλούς νέους όχι στη σύγκρουση αλλά στην απόσυρση.


Πρόκειται, όμως, για πραγματική απόσυρση ή για μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι επιλέγουν να συμμετέχουν; Οι περισσότεροι παρακολουθούν ολοένα και λιγότερο την πολιτική όπως αυτή σερβίρεται από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ενώ το χάσμα ανάμεσα στο «ενημερώνομαι» και στο «δρω» παραμένει μεγάλο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα αδιαφορία. Αντίθετα, οι Millennials και η Gen Z εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ευαισθητοποίησης και συμμετοχής γύρω από ζητήματα όπως η κλιματική κρίση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η στεγαστική ανασφάλεια, η εργασιακή επισφάλεια και η τέχνη που συνομιλεί με τα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα. Καταναλώνουν περισσότερο σχετικό περιεχόμενο, συμμετέχουν συχνότερα σε εθελοντικές δράσεις και κινητοποιήσεις και εκφράζονται πολιτικά μέσα από διαφορετικά κανάλια από εκείνα των προηγούμενων γενεών.


Το πρόβλημα είναι ότι το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να μετατρέψει αυτές τις ανησυχίες σε ουσιαστική εκπροσώπηση. Συνήθως τις προσεγγίζει επιφανειακά, μέσα από γενικόλογες διακηρύξεις, επικοινωνιακές καμπάνιες ή πρόχειρες «δράσεις ευαισθητοποίησης» που εξαφανίζονται μόλις σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας. Οι νέοι, αντίθετα, τείνουν να συμμετέχουν ζητηματοκεντρικά: κινητοποιούνται γύρω από συγκεκριμένα προβλήματα και αξίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αισθάνονται εγγύτητα με την κομματική πολιτική ή τους υπάρχοντες θεσμούς. Και ακριβώς σε αυτή τη σύγκρουση, ανάμεσα σε μια γενιά που αναζητά ουσία και σε ένα πολιτικό σύστημα που εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους παλιού κομματισμού, γεννιέται η αποξένωση.


Το πιο ανησυχητικό εύρημα είναι ίσως η αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική που περιγράφει η έρευνα. Όπως σημειώνει το Συμβούλιο της Ευρώπης, η μείωση της συμμετοχής σε βασικές μετρήσεις — εκλογική συμμετοχή, μέλη κομμάτων, εμπιστοσύνη θεσμών — δεν είναι απλά συνέπεια αλλά και αίτιο περαιτέρω αποδυνάμωσης της δημοκρατίας. Η χαμηλή συμμετοχή νέων συνδέεται ερευνητικά με την άνοδο λαϊκιστικών κινημάτων, αφού το κενό που αφήνουν πληρώνεται από άλλους.


Τα επιστημονικά δεδομένα λοιπόν υποστηρίζουν μια διαφορετική εικόνα. Νέους που απορρίπτουν τη συμβατική μορφή της πολιτικής, αλλά διατηρούν έντονη ενεργητικότητα για ζητήματα που θεωρούν υπαρξιακά. Νέους που εξουθενώθηκαν από κύκλους ελπίδας και απογοήτευσης. Νέους που δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς όχι από άγνοια, αλλά συχνά ακριβώς επειδή τους παρακολουθούν.


Γιατί αν η γενεαλογική αλλαγή είναι δομική, όπως υποστηρίζει η κυρίαρχη εξήγηση, τότε το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει μια αποξένωση που δεν θα υποχωρήσει από μόνη της. Δεν είναι φαινόμενο που θεραπεύεται με τον χρόνο, όπου ο νέος «ωριμάζει» και βρίσκει τον δρόμο του προς την κάλπη. Είναι φαινόμενο που συσσωρεύεται, γενεά με γενεά, κρίση με κρίση, αποτυχημένη υπόσχεση με αποτυχημένη υπόσχεση.


Αν κάτι μαθαίνουμε από τα δεδομένα, είναι τούτο: δεν “αποχωρούμε” από την πολιτική. Η πολιτική, όπως την ξέρουμε, μας αφήνει τραγικά πίσω.


* Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος, Συνιδρύτρια της The Healing Tree community for Mental Health



Σχόλια


Δεν είναι πλέον δυνατή η προσθήκη σχολίων σε αυτήν την ανάρτηση. Επικοινωνήστε με τον κάτοχο του ιστότοπου για περισσότερες πληροφορίες.
    bottom of page