Η ελευθερία ανθίζει μέσα από αποσαφηνισμένα όρια

Δυστυχώς, τα στοιχεία που έρχονται διαρκώς στη δημοσιότητα από όλο τον κόσμο είναι ανησυχητικά και οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.

1 στις 3 γυναίκες κάποια στιγμή στη ζωή της θα αντιμετωπίσει σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική βία από τον σύντροφό της.



1 στις 5 γυναίκες θα πέσει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού.


40% με 50% των γυναικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναφέρει κάποια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας.


500.000 με 2.000.000 άνθρωποι στον κόσμο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, εκτιμάται ότι διακινούνται παράνομα κάθε χρόνο με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την εξαναγκαστική εργασία.




Ως αστυνομικός, έχω συχνά εκπαιδευτεί – ενημερωθεί σε θέματα ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας. Είναι ένα φαινόμενο μεγαθήριο, το οποίο απαιτεί τη σύμπραξη πολλών φορέων, σε πολλά στάδιά του, για να μπορέσει να μειωθεί. Ένας τέτοιος φορέας, σημαντικός σε κάθε βήμα διαχείρισης και αντιμετώπισης της βίας, είναι η ψυχολογία. Αφορμής δοθείσης της Διεθνούς Ημέρας για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, συζητάμε με την ψυχολόγο Δέσποινα Λιμνιωτάκη, προτρέποντας - κάθε μία από τη δικής επαγγελματική πλευρά - τις γυναίκες να μιλήσουν. Είναι δικαίωμά τους.


Ιωάννα Γκανέτσα: Η έμφυλη βία είναι καθημερινό, παγκόσμιο φαινόμενο και περιλαμβάνει οποιαδήποτε επιβλαβή πράξη, κατά της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας όσων την υφίστανται. Ωστόσο, εκτός των προφανών (λεκτική, σωματική κτλ βία) υπάρχουν μορφές που δεν είναι ίσως εμφανείς με την πρώτη ματιά, παρόλο που προκαλούν δυσφορία στο άτομο που τις βιώνει. Δώστε μας κάποια τέτοια παραδείγματα.


Δέσποινα Λιμνιωτάκη: Πράγματι, το πρώτο δείγμα κακοποιητικής συμπεριφοράς που μας έρχεται στο μυαλό είναι αυτό που αφορά στη σωματική βία και μερικοί αυθαίρετα ορίζουν τη βία σε σχέση με τα σημάδια στο σώμα. Δυστυχώς, όμως, η βία εκδηλώνεται αρχικά συναισθηματικά, με τη συστηματική “προετοιμασία” από την πλευρά του θύτη στο να πάρει το θύμα με το μέρος του, να το απομονώσει από το περιβάλλον και να του κάνει το λεγόμενο gaslighting: να το χειραγωγήσει δηλαδή, έτσι ώστε το θύμα να αρχίσει να αμφισβητεί την ίδια του την πραγματικότητα και να δέχεται ως μόνη αξιόπιστη εμπειρία αυτή που του παρουσιάζει ο κακοποιητής. Όταν το θύμα μείνει μόνο, απομονωμένο, ανυπεράσπιστο από συγγενείς και φίλους - που μπορεί να μην γνωρίζουν καν τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες - τότε ξεκινάει ο φαύλος κύκλος.


Υπάρχει η σεξουαλική βία, ο ψυχαναγκασμός και η υποταγή προς ένα σεξουαλικό σύντροφο, η οποία εκδηλώνεται δίχως την επιθυμία και τη συναίνεση του θύτη, συχνά με επιβολή του ισχυρότερου πάνω σε ένα σώμα που μπορεί και να βρίσκεται σε άθλια κατάσταση (π.χ. να έχει χτυπηθεί βάναυσα πριν βιαστεί).

Υπάρχει η οικονομική ασφυξία από την πλευρά του κακοποιητή, που διαχειρίζεται ετσιθελικά τα χρήματα της συντρόφου, δημιουργώντας συνθήκες εξάρτησης από τον ίδιο σε σημείο που η γυναίκα να χρειάζεται να ζητιανεύει ακόμα και για τα απολύτως απαραίτητα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η οικονομική ασφυξία σε συνδυασμό με τον φόβο της διαρκούς απειλής για αντίποινα, κάνει πολλές γυναίκες να υποχωρούν μπροστά στο ενδεχόμενο να μιλήσουν ανοιχτά για την κακοποίηση τους: ο άνδρας έχει πάρει όλους και όλα με το μέρος του ενώ ταυτόχρονα την απειλεί ότι θα κάνει κακό στην οικογένειά τους αν υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους της.


Στο τέλος της ημέρας, η γυναίκα έχει υποβαθμιστεί σε κάτι από το οποίο και η ίδια δυσκολεύεται να αποδράσει, αφού ο κόσμος της έχει συρρικνωθεί σημαντικά, οι μόνες λέξεις που ακούει είναι αυτές της απαξίωσης και δεν κανένας δεν υπάρχει για να την βοηθήσει.


Κάπου εδώ να αναφέρουμε ότι σαφώς και υπάρχουν υποστηρικτικές δομές και υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, αλλά δεν έχουν όλες οι γυναίκες πρόσβαση σε αυτές, ούτε το κουράγιο να τις χρησιμοποιήσουν. Είναι σημαντικό να το λαμβάνουμε αυτό υπόψη στον σχεδιασμό προγραμμάτων παρέμβασης, έτσι ώστε να υπάρχει ένα reach out της τοπικής κοινότητας προς τις γυναίκες και όχι μόνο το αντίθετο, δηλαδή η αναμονή προκειμένου αυτές να κάνουν το σημαντικό βήμα.

Ι. Γ.: Πόσα από αυτά τα περιστατικά είναι πιθανόν να ζητήσουν τη συμβουλή ψυχολόγου, ώστε να αναγνωρίσουν τη βία και να κινηθούν ανάλογα; Ποιοι οι λόγοι που συνήθως δεν το πράττουν;


Δ.Λ.: Αν οι γυναίκες αυτές βρεθούν μέσα σε μια υποστηρικτική δομή, θα έχουν τη βοήθεια των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει η πρόληψη, όχι μόνο η εκ των υστέρων βοήθεια που μπορεί να είναι αποσπασματική.


Πολλές γυναίκες καταφεύγουν σε ψυχολόγους επειδή αισθάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σχέση τους, αλλά δεν μπορούν να ορίσουν αυτό που ζουν ως βία, επειδή υπάρχει το soft abuse, η βία κάτω από το όριο ανίχνευσης, αυτή που δεν αφήνει σημάδια στο σώμα αλλά στην ψυχή και στη συμπεριφορά. Επιπλέον, τα στερεότυπα που φτιάχνουν την κουλτούρα του λαού μας, μπερδεύουν τις γυναίκες σε σχέση με το ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην παράδοση και στην κακοποιητική συμπεριφορά. Για παράδειγμα, οι γυναίκες που συναντώ εγώ μένουν έκπληκτες όταν αναφέρω το ότι χρειάζεται να μπορούν να διαχειρίζονται μόνες τους χρήματα, να έχουν δικό τους λογαριασμό, πόσο μάλλον όταν είναι εργαζόμενες και έχουν οικονομικές υποχρεώσεις! Κι όμως, πολλές πιστεύουν ότι γάμος σημαίνει διαχείριση από τον άνδρα και λογοδοσία για οτιδήποτε. Δεν μιλάμε για μυστικά ή κατάχρηση χρημάτων, αλλά νομίζω ότι μπορούμε να πάμε στο σούπερ ή να αγοράσουμε μια μπλούζα για τον εαυτό μας χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουμε την άδεια από κάποιον. Και αυτό ΔΕΝ είναι καταπάτηση των γαμήλιων όρκων.

Ι. Γ.: Όταν αναφερόμαστε για τη βία κατά των γυναικών, η αμφισβήτηση είναι μία από τις πρώτες αντιδράσεις που μπαίνουν στη συζήτηση. «Δε δέχονται βία μόνο οι γυναίκες», «Πάλι για τη βία κατά των γυναικών μιλάμε;», «Αν μιλάμε για τη βία κάνουμε τις γυναίκες να μοιάζουν αδύναμες», «Μα κι αυτή, τα 'θελε», «Το προκάλεσε. Αν καθόταν ήσυχη τίποτα δε θα συνέβαινε», «Κάτι θα του έκανε κι αυτή, δεν μπορεί να τη χτύπησε χωρίς λόγο». Ποιος ο λόγος ή η ανάγκη να ενοχοποιήσουμε το θύμα;


Δ.Λ..: Θα ήθελα η απάντηση να είναι αυτή μόνο η πρόταση: το γεγονός ότι, αν δεχτούμε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν φταίει το θύμα, θα πρέπει να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη μήπως πραγματικά φταίμε εμείς, ως κοινωνία και ως σύστημα.

Ι. Γ.: Οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, τα έθιμα και οι παραδόσεις ευνοούν ακόμη τους άνδρες σε πολλούς χώρους. Είναι νοοτροπία συμφέροντος από τη μεριά του άντρα ή έχει μερίδιο ευθύνης και η νοοτροπία της γυναίκας, η οποία προτιμά σε κάποιες περιπτώσεις να εκμεταλλεύεται τη διαφορά φύλου;


Δ.Λ.: Οι γυναίκες μαθαίνουμε από μικρές να είμαστε υπάκουες, “καλά κορίτσια”, υποταγμένες, να μεγαλώνουμε για να “μας πάρει κάποιος γαμπρός”, βολικές στη συμπεριφορά, ένα βήμα πίσω για να μη μας πουν κακότροπες, προορισμένες να γίνουμε μάνες, έτοιμες για σπίτι και χιλιάδες άλλα στερεότυπα από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις παρά με βαρύ κοινωνικό τίμημα.

Σε αυτό το κομμάτι, δεν ρίχνω καμία ευθύνη στους άνδρες. Ρίχνω ευθύνη στις παλαιότερες γενιές γυναικών που συνεχίζουν να ψυχαναγκάζουν τις επόμενες γενιές γυναικών, οι ίδιες. Όταν μαζεύεσαι τις γιορτές γύρω από ένα τραπέζι και σε ρωτάνε πότε θα παντρευτείς, αυτό είναι ένα τεράστιο βάρος προς μια γυναίκα. Διότι δεκάδες παντρεύονται “για να παντρευτούν”, δεκάδες θεωρούν προτιμότερο να παραμείνουν σε κακούς γάμους από το να μείνουν μόνες, δεκάδες ακούν ότι “δεν πρέπει να χαλάμε τα σπίτια μας” δηλαδή ότι εμείς ευθυνόμαστε για το χάλασμα ενός σπιτιού. Δεν ξέρεις από πού να πιάσεις το θέμα, είναι πολυεπίπεδο.

Ι. Γ.: Οι αποκαλύψεις των κινημάτων «#MeToo» σε ολόκληρη την Ευρώπη ρίχνουν φως στις διαστάσεις της σεξουαλικής κακοποίησης των γυναικών και στη δυσκολία που αυτές αντιμετωπίζουν να την καταγγείλουν, ακόμη κι όταν είναι δυναμικές και αυτόνομες. Πώς μπορούμε να φτάσουμε στη ρίζα του προβλήματος και να διδάξουμε στις γυναίκες από μικρή ηλικία να διεκδικούν το δικαίωμά τους στην ίση μεταχείριση;


Δ.Λ.: Χρειάζονται προγράμματα ενδυνάμωσης για μικρά κορίτσια και προγράμματα τόνωσης της αυτοπεποίθησής τους. Οι γυναίκες έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να καταφέρουμε πολλά, αλλά ταυτόχρονα κουβαλάμε ενοχές, την αίσθηση ότι δεν έχουμε κάνει όλα όσα θα έπρεπε για την οικογένεια, για τους γονείς μας, για τον υπόλοιπο κόσμο. Είμαστε υπεύθυνες σχεδόν για όλους τους τομείς της ζωής μας, αναθρέφουμε παιδιά, στηρίζουμε τους ηλικιωμένους, διαχειριζόμαστε καριέρες, ισορροπούμε οικογένειες. Κάπου μέσα εκεί πρέπει να μπει χρόνος για τον εαυτό μας, για την καλλιέργεια των προσωπικών μας αναγκών, για την ανάδειξη της μοναδικής και ανεπανάληπτης φύσης μας. Χρειάζεται να πιστέψουμε σε αυτά που μπορούμε να καταφέρουμε με τα ίδια μας τα χέρια.

Ι.Γ.: Η διασφάλιση περισσότερων δικαιωμάτων για τις γυναίκες θα αποτελέσει απειλή για την οικογένεια;


Δ.Λ.: Ποτέ η διασφάλιση δικαιωμάτων δεν αποτελεί απειλή. Η ελευθερία ανθίζει μέσα από αποσαφηνισμένα όρια, όχι μέσα από θολά νερά και μισές παραδοχές.

Ι. Γ.: Αυτή την περίοδο της πανδημίας καλούμαστε όλοι να μείνουμε σπίτι. Έχει καταγραφεί αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και γίνονται αρκετές καμπάνιες για την αποτροπή του φαινομένου. Πόσα από αυτά έχουν αίσιο τέλος;


Δ.Λ.: Έχουν καταγραφεί πάμπολλα περιστατικά αναζήτησης βοήθειας μέσω των γραμμών SOS. Δυστυχώς, δεν καταλήγουν όλα τα περιστατικά σε εμπεριστατωμένες υποθέσεις βίας, δεν προχωρούν δηλαδή τα θύματα σε καταγγελίες και ακόμα κι αν αυτό συμβεί, δεν τραβάνε τα θύματα όλες τις υποθέσεις στο δικαστήριο μέχρι καταδίκης του κακοποιητή, από φόβο για αντίποινα ή επειδή η ίδια η οικογένεια μιας γυναίκας την αποτρέπει (!) ή απλά επειδή ο θύτης πείθει τη σύντροφό του ότι “δεν θα το ξανακάνει” επειδή κατά βάθος την αγαπάει.


Θα το ξανακάνει.

Ι.Γ.: Μαγικό ραβδί για άμεσες και γρήγορες λύσεις δεν υπάρχει. Η βία κατά των γυναικών είναι ένα πολυμορφικό φαινόμενο, τι ρόλο μπορεί να κρατήσει η επιστήμη της ψυχολογίας σε αυτό όσον αφορά τα πρώτα στάδια εμφάνισης της βίας;


Δ.Λ.: Αυτό που χρειάζεται να τονίσουμε είναι την συνεργασία των επαγγελματιών υγείας με όλο το υπόλοιπο σύστημα που διαχειρίζεται το θέμα της κακοποίησης. Δυστυχώς, πολλές φορές οι αποφάσεις είναι προϊόν ψυχιατρικοποιημένης θεώρησης των πραγμάτων, όταν ας πούμε ο θύτης εξετάζεται από ψυχίατρο ο οποίος δεν «βλέπει» διαταραχή, άρα κρίνει ότι δεν συντρέχει περαιτέρω λόγος ανάλυσης της υπόθεσης. Οι τελευταίες μελέτες σε αυτό το κομμάτι τονίζουν ακριβώς αυτό το κενό που αθωώνει sociopaths και στέλνει συζύγους και παιδιά σε πατεράδες-υπεράνω-πάσης-ψυχιατρικής-υποψίας, οι οποίοι συνεχίζουν να τους εκβιάζουν, να τους κακοποιούν συναισθηματικά, να τους κάνουν ψυχολογικό πόλεμο ο οποίος όμως ουδέποτε ανιχνεύεται ιατρικά!

Οι ψυχολόγοι χρειάζεται να δουλέψουν στην πρώτη γραμμή των υποθέσεων κακοποίησης. Και δεν είναι, αυτή τη στιγμή, στην πρώτη γραμμή.

Ι.Γ.: Είναι ξεκάθαρο πως η συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών και θυμάτων που εξυπηρετούνται από τις δομές και τα Συμβουλευτικά Κέντρα είναι περιπτώσεις βίας φύλου μέσα στην οικογένεια. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μια βίαιης προσωπικής σχέσης;


Δ.Λ.: Θα σας παραπέμψω και στην πιο πάνω απάντηση, στο πώς οικοδομείται μία κακοποιητική σχέση. Ξεκινάει από ένα άνδρα που παραπονιέται ότι ποτέ δεν τον κατάλαβαν (είναι πολύ πιθανό να προέρχεται και ο ίδιος από ένα παρόμοιο οικογενειακό περιβάλλον) και συνεχίζει με μια γυναίκα που βάζει σκοπό της ζωής της να «τον σώσει». Οι δυο τους μπορεί αρχικά να πιστέψουν ότι ζουν μια ιδιαίτερη σχέση, που «δεν καταλαβαίνει ο υπόλοιπος, άκαρδος κόσμος» και ότι ακόμα και η βία μεταξύ τους είναι προϊόν πάθους. Άλλωστε, έτσι δεν συμβαίνει και στις ταινίες; Μετά έρχεται η απομόνωση και ούτω καθεξής. Αυτό είναι ένα συχνό σενάριο κακοποιητικού ξεκινήματος.

Ι.Γ.: Η εργασία του ψυχολόγου αρχίζει και ολοκληρώνεται με τις συμβουλευτικές συνεδρίες ή μπορεί αν προσφέρει περισσότερα πράγματα σε αυτόν τον τομέα;


Δ.Λ.: Οι ψυχολόγοι της σύγχρονης εποχής βρίσκονται παντού: στους δρόμους, στις δομές υγείας, πίσω από μια γραμμή υποστήριξης. Έχουν εθελοντική και ακτιβιστική δράση παράλληλα με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Είναι δίπλα στον άνθρωπο. Δεν κρύβονται πίσω από ένα γραφείο, απλώνουν το χέρι στην κοινότητα, αφουγκράζονται τις ανάγκες της εποχής. Είναι παντού, λειτουργούν συνεργατικά, ενώνουν, εμψυχώνουν και φτιάχνουν γέφυρες επικοινωνίας και βαθύτερης κατανόησης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε από κοινού. Αυτή η συνέντευξη είναι προϊόν μιας τέτοιας συνεργασίας αποσαφήνισης εννοιών που αφορούν στη βία και σας ευχαριστώ για την ευκαιρία.

Ιωάννα Γκανέτσα για το E Woman, 25/11/2020