Ψυχοκοινωνικές προσεγγίσεις στο πρόβλημα της κατανάλωσης αλκοόλ

Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο για το πώς ξεκινάει ένας άνθρωπος να πίνει συστηματικά με κίνδυνο να κάνει κατάχρηση οινοπνεύματος. Η παραδοχή του προβλήματος της κατανάλωσης αλκοόλ στην κοινωνία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οργανικές αντοχές, την ιδιοσυγκρασία και τα ψυχικά αποθέματα του καταναλωτή. Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, που καταφέρνει να εργάζεται και να ζει με σχετική νηφαλιότητα, δύσκολα μπορεί να παραδεχτεί πως αντιμετωπίζει πρόβλημα με το αλκοόλ, όταν βλέπει πως η κατανάλωση δεν επιβαρύνει αρνητικά τους σημαντικότερους τομείς της ζωής του. ‘Όμως αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη και επιφανειακή. Στην πραγματικότητα, η χρήση αλκοόλ προδιαθέτει αρνητικά το περιβάλλον του καταναλωτή, ενώ αυτός ξοδεύει όλο και περισσότερο χρόνο σκεπτόμενος τις στιγμές που μπορεί να «εκφράζεται ελεύθερα» ή να «ξεδίνει», πίνοντας. Οι σχέσεις σταδιακά καταρρέουν και ο καταναλωτής κλείνεται στον εαυτό του παρέα με το ποτό: το αλκοόλ, υποκαθιστά όλες τις υπόλοιπες σχέσεις στη ζωή του και γίνεται μέσο απόδρασης από τα καθημερινά προβλήματα. Ωστόσο, ο καταναλωτής ενδέχεται να κάνει τρομερή προσπάθεια προκειμένου να κρύψει την αδυναμία του στο αλκοόλ. Αρκετοί καταναλωτές οινοπνεύματος κατορθώνουν, αρχικά τουλάχιστον, να το κρατήσουν κρυφό. Γι’ αυτό το λόγο, μπορεί να περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα προτού η οικογένεια και ο ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος καταλάβουν ή/και δεχτούν ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο αντιμετωπίζει πρόβλημα με το αλκοόλ κι ακόμα περισσότερο διάστημα προτού αποφασίσουν από κοινού να κάνουν κάτι γι’αυτό.




Υπάρχει λύση;


Καμία προσπάθεια για την καταπολέμηση της ανάγκης για αλκοόλ, από μόνη της, δεν είναι αποτελεσματική. Αυτά που πρέπει να λαμβάνονται κάθε φορά υπόψη από τον θεράποντα γιατρό ή τον επιστήμονα της ψυχικής υγείας - προτού καταλήξουν σε οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με τη μέθοδο που θα συστήσουν - είναι τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του καταναλωτή: ο κάθε θεραπευτής πρέπει να συγκεντρώσει πληροφορίες που αφορούν στο γνωστικό επίπεδο του καταναλωτή, στις ικανότητες και δεξιότητές του, το οικογενειακό περιβάλλον και το κοινωνικοοικονομικό background που ενδέχεται να επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τις συνήθειές του. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να καταγραφεί το ιστορικό κατανάλωσης αλκοόλ και να εξετάζεται το φιλικό περιβάλλον των ιδιαίτερων συναισθηματικών δεσμών του (π.χ. ο καταναλωτής μπορεί να διανύει μια περίοδο απώλειας μιας διαπροσωπικής σχέσης): όλων δηλαδή των τρόπων και των αφορμών οι οποίοι συντελούν ή όχι στη διατήρηση-ενίσχυση του προβλήματος. Τα πρώτα αυτά στοιχεία συλλέγονται μέσα από την παρατήρηση και το διάλογο, μέσα από την προσωπική επαφή του θεραπευτή με το άτομο που κάνει χρήση αλκοόλ.


Ακόμα κι έτσι όμως, είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να γνωρίζει ακριβώς τη μέθοδο που θα οδηγήσει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος κάθε καταναλωτή αλκοόλ. Αυτό συμβαίνει επειδή το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει πολλές παραμέτρους: το ⅓ των ατόμων που ξεκινούν κάποια θεραπεία, παρουσιάζουν μια καλή πορεία σε όλη τη διάρκεια του πρώτου χρόνου αυτής (καλή πορεία σημαίνει ελάττωση ή πλήρης αποχή από το αλκοόλ και βελτίωση της συνολικής ποιότητας ζωής του καταναλωτή). Οι υπόλοιποι παρουσιάζουν αυξομειώσεις, παρόλο που η θεραπεία αρκετές φορές κατορθώνει να βοηθήσει τα άτομα να θέσουν στόχους στη ζωή τους, και αυτό είναι μια καλή αρχή. Όμως, η κατανάλωση του αλκοόλ επηρεάζεται από το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο κάθε ατόμου, το οποίο ελέγχεται και σταθεροποιείται δύσκολα. Σημαντικό ρόλο παίζει η βοήθεια ή η απουσία αυτής από το στενό περιβάλλον του καταναλωτή καθώς επίσης και ο μοναχικός βίος, πιθανά άλλα προβλήματα υγείας, η ανεργία ή η υπερπροσπάθεια κατάκτησης στόχων που προκαλούν εσωτερική φόρτιση. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η προσέγγιση στην αντιμετώπιση του προβλήματος του αλκοολισμού είναι πιθανό να συνδυάζει τις τεχνικές και τις μεθόδους διαφόρων θεωριών.


Η γνωσιακή - συμπεριφοριστική προσέγγιση στο πρόβλημα της κατανάλωσης αλκοόλ βασίζεται στην παραδοχή ότι η χρήση αλκοόλ είναι μια συμπεριφορά που πρέπει να αλλάξει: η αλόγιστη κατανάλωση είναι μια συνήθεια βασισμένη στη μίμηση και τη μάθηση. Αυτό σημαίνει πως ο καταναλωτής αλκοόλ έμαθε σε κάποια στιγμή της ζωής του να πίνει παρακολουθώντας άλλους (συνήθως άτομα του στενού περιβάλλοντός του) να πίνουν και να αντιμετωπίζουν τη ζωή με το συγκεκριμένο τρόπο. Η προσέγγιση λοιπόν οφείλει να στοχεύσει στην αντικατάσταση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς από κάποια άλλη, η οποία, σταδιακά, θα βοηθήσει ένα άτομο να προχωρήσει μπροστά, με θάρρος και νέες υγιεινές συνήθειες.


Στο πλαίσιο της γνωσιακής - συμπεριφοριστικής θεραπείας, ο θεραπευόμενος βοηθάται στο να καλλιεργήσει τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να διαχειριστεί αποτελεσματικά μελλοντικές κρίσιμες στιγμές και γεγονότα που τον ζορίζουν συναισθηματικά και τον ωθούν σε εξαρτημένη μάθηση. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην παραδοχή ότι ο καταναλωτής αλκοόλ, καταφεύγει σε αυτό, όταν τα πράγματα στη ζωή του δυσκολέψουν: όταν νοιώθει άγχος, ματαίωση, οργή. Ο θεραπευόμενος μαθαίνει


α) να ξεχωρίζει τους λόγους για τους οποίους νοιώθει άσχημα κάθε φορά

β) να αξιολογεί την σημασία και την έντασή τους και

γ) να κάνει κάτι για την αντιμετώπιση των αρνητικών συναισθημάτων του, δηλαδή να ενεργεί δυναμικά αντί να καταφεύγει στο ποτό (παθητική στάση).


Οι δεξιότητες που καλλιεργούνται στο πλαίσιο των εν λόγω διεργασιών επικεντρώνονται:


α) στην τόνωση της αυτοπεποίθησης

β) στο να οδηγήσουν το άτομο να μάθει να χαλαρώνει και να «λύνεται» φυσιολογικά και όχι μέσα από το ποτό.

γ) στο να του μάθουν πως να διαχειρίζεται τον θυμό του χωρίς να καταφεύγει στη βία (ως βία, λογίζεται και η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά).

δ) στο να βοηθήσουν το άτομο να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο συναναστρέφεται ή συνδέεται με άλλα άτομα του περιβάλλοντός του.

ε) στο να το βοηθήσουν να αντικαταστήσει αδιέξοδες συνήθειες, με άλλες που οδηγούν στη δημιουργία και την αυτοπραγμάτωση. Είναι πολύ σημαντικό για το άτομο που υποφέρει να καταλάβει πως το πρόβλημά του, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο εξωτερικών παραγόντων και δυνάμεων, αλλά είναι και κομμάτι των δικών του εσωτερικών συγκρούσεων και αδυναμιών.


Ιδιαίτερα αποτελεσματική ως τεχνική στην καταπολέμηση προβλημάτων που σχετίζονται με το αλκοόλ, έχει αποβεί η εκπαίδευση διεκδικητικότητας (assertiveness training), με βάση την οποία το άτομο μαθαίνει να παρουσιάζει (διεκδικεί) αποφασιστικά τις ιδέες και τα δικαιώματά του μπροστά σε άλλα άτομα (το ποτό λειτουργεί ως καμουφλάζ της παθητικότητας και του άγχους που βιώνει ένα άτομο). Αυτή η τεχνική, συχνά, παρουσιάζεται σε συνδυασμό με την τεχνική διαχείρισης θυμού (anger management).


Τέλος, το άτομο μαθαίνει να λέει όχι στο ποτό συνειδητά, ακόμα κι αν εξωτερικά ερεθίσματα το προκαλέσουν να έχει αντίθετη συμπεριφορά. Μαθαίνει να ελέγχει τον εαυτό του και τις αντιδράσεις του, να αναγνωρίζει τις υπερβολές και να διατηρεί ένα μέτρο στις καθημερινές του συνδιαλλαγές.




Παράλληλα με την προσπάθεια για εκμάθηση αποτελεσματικών τεχνικών αντιμετώπισης και επίλυσης του προβλήματος της κατανάλωσης αλκοόλ, η συμβουλευτική ψυχοθεραπεία φέρνει το άτομο σε επαφή με τις βαθύτερες συγκρούσεις που το βασανίζουν και βοηθά στη γρηγορότερη επούλωση πληγών που αφορούν σε μνήμες και απώλειες της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας. Πρέπει να σημειωθεί πως η ψυχοθεραπεία ακολουθείται σε συνδυασμό με άλλες τεχνικές, ιδιαίτερα όταν το πρόβλημα είναι σοβαρό και συντρέχει κίνδυνος για την συνολική υγεία του ατόμου. Το αλκοόλ συμβολίζει διαφορετικά πράγματα για κάθε άτομο και έτσι η ατομική ψυχοθεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ατόμου ξεχωριστά και λειτουργεί υποστηρικτικά. Η ψυχοθεραπεία ενισχύει την προσπάθεια του ατόμου να απέχει από την κατανάλωση και το βοηθά να δρομολογήσει γρηγορότερα τις νέες προτεραιότητες στη ζωή του.


Ο ρόλος του θεραπευτή στο πρόβλημα του αλκοολισμού δεν είναι παρεμβατικός, αλλά διευκρινιστικός, έχει σκοπό να αποσαφηνίσει κάποια θέματα και να αποφορτίσει καταστάσεις. Επουδενί μοιράζει ταμπέλες και κατατάσσει τους ανθρώπους σε κατηγορίες, όπως φοβούνται αρκετοί, αλλά αντίθετα βοηθάει τους ανθρώπους να αποχωριστούν τις κατηγορίες στις οποίες οι ίδιοι έχουν καταχωρήσει τους εαυτούς τους.

Ο θεραπευτής μπορεί να δείξει το δρόμο σε ένα άτομο για κάτι διαφορετικό, για μια νέα εμπειρία και κυρίως για μια καινούρια προσέγγιση σε ένα παλιό πρόβλημα.


Η κατανάλωση αλκοόλ επηρεάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου που πίνει και το αντίθετο: το ίδιο το άτομο, δηλαδή, επηρεάζεται από τη δυναμική της ομάδας η οποία τον εμπεριέχει (οικογένεια, κοινωνικό περιβάλλον κ.λ.π.) Οι ανάγκες μιας οικογένειας μέσα στην οποία ένα μέλος πίνει, συχνά παραγκωνίζονται. Έτσι κυριαρχεί ο φόβος, η οργή, η απελπισία. Η οικογενειακή θεραπεία και η θεραπεία ζεύγους έχουν επίσης αποδειχθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικές διαδικασίες ενίσχυσης της απόφασης ενός ατόμου να απέχει από το αλκοόλ. Και σε αυτή την περίπτωση όμως χρειάζεται πρώτα να γίνει αρκετή ατομική θεραπευτική δουλειά του ατόμου που πίνει, προτού αποφασιστούν κοινές συναντήσεις – συνεδρίες με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του.