Αναζήτηση
  • Δέσποινα Λιμνιωτάκη, Ψυχολόγος MSc

Πρώιμη Παρέμβαση στην Ψύχωση:Πρώτο Ψυχωτικό Επεισόδιο στην Εφηβεία και Παραδείγματα Καλών Πρακτικών

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια εισαγωγή στην ενότητα Πρώιμη Παρέμβαση στην Ψύχωση που φιλοξενεί η The Healing Tree community for Mental Health. Βρείτε την ενότητα, εδώ.


Εισαγωγή


Η εφηβεία είχε κατά το παρελθόν παραγκωνιστεί ερευνητικά ως μια περίοδος κυρίως αναπτυξιακών αλλαγών που εξετάζονταν σε σχέση με τις συμπεριφορικές τους προεκτάσεις. Για πολλά χρόνια, η υποστήριξη της εφηβείας έγερνε περισσότερο προς την παιδιατρική φροντίδα, αφήνοντας απέξω ένα σημαντικό κομμάτι από την κατανόηση επιμέρους βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραμέτρων που είναι δυνατό να κατασκευάσουν μια πολυπληθή κατηγορία υψηλού ρίσκου για την εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας, προβλημάτων που μεταφέρονται στην ενήλικη ζωή ενός ανθρώπου (Vyas, Birchwood and Singh, 2015). Αυτό που απουσίαζε ήταν μια ενδελεχής έρευνα πάνω α) στις αλλαγές στην παιδική και εφηβική ηλικία που πυροδοτούν την εμφάνιση σοβαρών διαταραχών (Kelleher et al., 2000) και β) στην, ομαλή ή μη, μετάβαση από το σύστημα παιδιατρικής φροντίδας σε αυτό της φροντίδας ψυχικής υγείας ενηλίκων, μέσα από δομές και υπηρεσίες εκπαιδευμένες να ανιχνεύουν το κενό που κυοφορείται ανάμεσα (Singh, 2009) και έτοιμες για να εφαρμόσουν ένα μοντέλο πρώιμης παρέμβασης στις ψυχικές νόσους. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να κατανοήσουμε και να επικοινωνήσουμε στην πράξη το πώς η έναρξη των διαταραχών της ενήλικης ζωής μπορεί να τοποθετείται χρονικά νωρίτερα, δηλαδή στην εφηβεία, ανάμεσα στα 15 με 25 έτη των ανθρώπων (Kessler et al., 2005). Αυτό βοήθησε σημαντικά στο να χτιστεί στρατηγική πάνω στην παρέμβαση στην ψύχωση που αφορά στην πρώιμη εκδήλωση (Early-onset first-episode psychosis, EOP) σε συνάρτηση με το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο (First Episode Psychosis, FEP), το τόσο κρίσιμο για την κατοπινή, ταχύτερη εξομάλυνση της πραγματικότητας του ασθενούς (Κονταξάκης, Κόλλιας και Χαβάκη-Κονταξάκη, 2008). Επιπλέον μελέτες, ενίσχυσαν τη γνώση που οδηγεί στην πρόγνωση των νόσων, όπως για παράδειγμα οι έρευνες για το πώς οι έφηβοι εμπλέκονται σε συμπεριφορές υψηλού ρίσκου που δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές τους και που μπορούν να οδηγήσουν σε προβλήματα ψυχικής υγείας (Paul et al., 2013) και το πώς αρκετοί από αυτούς λαμβάνουν περιστασιακή ή διακοπτόμενη φροντίδα εξαιτίας των κενών στο σύστημα μετάβασης από την παιδιατρική στην φροντίδα ενηλίκων (child and adolescent mental health services, CAMHS to adult mental health services, AMHS) (Singh, 2009). Αυτό που διαπιστώθηκε ως γενική παρατήρηση είναι το ότι οι ψυχικές διαταραχές των ενηλίκων θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να θεωρηθούν και ως «χρόνιες διαταραχές των νέων» (Vyas, Birchwood and Singh, 2015), μια διαπίστωση που άλλαξε το αφήγημα σε σχέση με τις ψυχικές νόσους κάνοντας λόγο για ηλικιακή συνθεώρηση εφηβείας-ενήλικης ζωής.


Η μεγάλη επαναξιολόγηση της εφηβικής περιόδου


Η εφηβεία είναι κάτι περισσότερο από μια ηλικιακή κατηγορία: πρόκειται για μια περίοδο κατακλυσμιαίων αλλαγών τόσο για τον έφηβο όσο και για το περιβάλλον του. Βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες κατασκευάζουν ένα σύνθετο σκηνικό επιβίωσης για τον εν εξελίξει ενήλικα, ο οποίος επιπλέον αγωνιά να πάρει αποφάσεις εκπαιδευτικής φύσεως ή επαγγελματικού προσανατολισμού, να δομήσει την προσωπική του ταυτότητα και να αναλάβει αντίστοιχες πρωτοβουλίες. Οι σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους περνούν από ανακατατάξεις που του κοστίζουν σε συναισθήματα και αντοχές. Σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο, ένα 26% του πληθυσμού (US Public Health Service, 2000) θα εμφανίσει διαταραχές στην ψυχική υγεία που ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά τη μετέπειτα ζωή του ενώ υπολογίζεται ότι ένα στα τέσσερα παιδιά θα βιώσει προβλήματα ψυχικής υγείας στην εφηβεία (Patel et al., 2007). Από τα παραπάνω, πολλές από τις πλήρως ξεδιπλωμένες διαταραχές της ενήλικης ζωής θα έχουν τη βάση τους σε αφρόντιστες καταστάσεις που προέκυψαν στην εφηβεία. ‘Η, για να το θέσουμε διαφορετικά, ο ακριβέστερος δείκτης πρόβλεψης της ποιότητας προσαρμογής στην ενήλικη ζωή, θα είναι η ψυχιατρική συμπτωματολογία την οποία μπορεί να καταφέρουμε ή να μη καταφέρουμε να

ανιχνεύσουμε έγκαιρα, αυτή που ξεκίνησε στην εφηβεία, κάποια στιγμή πήρε τα

χαρακτηριστικά ολοκληρωμένου ψυχωτικού επεισοδίου και έγινε χρόνια (Patton et al.,

2014a).


Η πανδημία του COVID-19 - ιδιαίτερα στο πρώτο της ξέσπασμα - οδήγησε σε κοινωνική απομόνωση, δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας για οποιοδήποτε άλλο θέμα πλην του κορονοϊού και παραμέληση της συνολικής υγείας του πληθυσμού, παράγοντες που επιβάρυναν το ψυχοκοινωνικό φορτίο, οδηγώντας στην ανάπτυξη καταθλιπτικής διάθεσης, άγχους και ψυχωτικών συμπτωμάτων για πολλούς ανθρώπους (Esposito et al., 2021). Για όσους νόσησαν και χρειάστηκαν είτε να νοσηλευτούν, είτε να βιώσουν τα συμπτώματα ενός long covid στο σπίτι, η σχετική βιβλιογραφία είναι ακόμα περιορισμένη αλλά διαρκώς αυξανόμενη σε όγκο πληροφοριών που δείχνουν μετατραυματικό στρες (Vindegaard and Benros, 2020) και ξέσπασμα ψυχωτικών επεισοδίων εξαιτίας του διάχυτου άγχους, παγκοσμίως (Eliot, 2020). Αν λάβουμε υπόψη τις επιπλέον οικονομικοκοινωνικές δυσκολίες που βασανίζουν τις ανθρωποκοινότητες μας (π.χ. την ανεργία, την επισφάλεια) που μπορεί να οδηγήσουν σε αρνητικά συμπτώματα όπως αυτά της σταδιακής έλλειψης ενδιαφέροντος και της αβουλίας, αλλά και το δευτερογενές, τραυματικό στρες όπως προκύπτει από την επαφή μας με την επικαιρότητα μέσα από τα media (π.χ. τις εικόνες και ειδήσεις από το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία), έχουμε ένα δυστοπικό σκηνικό από δεδομένα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποία η πληροφορία μεταβολίζεται στην παιδική και εφηβική ηλικία. Το 2011, οι Copeland et al. ισχυρίστηκαν ότι, αν όλα τα ποσοστά τοποθετηθούν σε μια ενιαία κλίμακα που αγγίξει τα 25 έτη ζωής, τότε ένα 40% των μετέπειτα ενηλίκων υπολογίζεται να βιώσει μια σύνθετη, σοβαρή διαταραχή σε κάποια στιγμή στη ζωή του. Η έγκαιρη ανίχνευση και παρέμβαση σε αυτά τα προβλήματα, είναι μονόδρομος.


Πόσο εύκολη είναι όμως η ανίχνευση ενός πρώιμου ψυχωσικού επεισοδίου και η παρέμβαση σε αυτό, για τους επαγγελματίες υγείας, τους εφήβους και τις οικογένειες τους, δηλαδή για όλα τα εμπλεκόμενα σε αυτή την πρώτη διάγνωση μέρη; Η προσεκτική παρατήρηση αλλαγών στα παιδιά και τους εφήβους, η εκτίμηση περιβαλλοντικών παραμέτρων και ο εντοπισμός τυχόν νευροαναπτυξιακών διαταραχών, σωματικών νόσων ή χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών που μπορεί να ανοίξουν μια ψυχωσική συνδρομή, είναι στοιχεία που συναξιολογούνται όχι μόνο για τη

διάγνωση αλλά και για την κατοπινή επιλογή μοντέλου θεραπευτικής παρέμβασης – ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να βιάσουμε την εξαγωγή συμπερασμάτων (Hayes and Kyriakopoulos, 2018). Ακόμα, το στίγμα που συνοδεύει τις ψυχικές νό