"I pledge to read the written word": η συνέντευξη με τον Αγη Αθανασιάδη


*Ο κ. Άγης Αθανασιάδης είναι δημιουργός ενός από τα πιο παλιά ιστολόγια κριτικής βιβλίου, του Librofilo, a books' aficionado, δεινός αναγνώστης βιβλίων, μέχρι πρόσφατα συνιδιοκτήτης του Booktalks, αλλά πολύ περισσότερο λάτρης του γραπτού λόγου. Διατηρεί ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλιοπροφίλ στο facebook και η διαδικτυακή συνάντηση μαζί του υπήρξε - εκτός από πηγή έμπνευσης - διαφωτιστική. Τον ευχαριστούμε για την συνέντευξη.

Δέσποινα Λιμνιωτάκη: Ο γκουρού του marketing και συγγραφέας σχετικών βιβλίων Seth Godin έχει επανειλημμένως ισχυριστεί ότι τα βιβλιοπωλεία μπορούν πλέον να επιβιώσουν ως χώροι γέννησης ιδεών, συνάντησης και επικοινωνίας αλλά όχι ως τοπικά υποκαταστήματα της Amazon. Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα;

'Αγης Αθανασιάδης: Μάλλον εννοείτε τα μικρότερα βιβλιοπωλεία, γιατί τα μεγάλα καταστήματα δεν διαφέρουν και τόσο από τα «τοπικά υποκαταστήματα της Amazon».

Τα βιβλιοπωλεία θα επιβιώσουν ως χώροι πολιτισμού και ανταλλαγής ιδεών, ως σημεία πώλησης ενός αγαθού που μπορεί να μην είναι «ζωτικής ανάγκης» (για τους περισσότερους) αλλά αντιπροσωπεύει μια ανάσα ζωής και συνειδητοποίησης ότι παραμένουμε άνθρωποι ότι κι αν συμβεί. Επίσης κάπου συμφωνώ με τον αφορισμό ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» και τι πιο όμορφο από το να πιάνεις στα χέρια σου, μια ωραία έκδοση και να μιλάς γι’ αυτήν. Διαφωνώ με τον «γκουρού του μάρκετινγκ», στην χρήση της λέξης «πλέον» που έχει τελεολογική χροιά – δεν αλλάζει τόσο πολύ ο κόσμος, πάντα θα υπάρχουν βιβλιοπωλεία, όπως και το βιβλίο ως είδος, με τον ίδιο τρόπο που πάντα θα υπάρχουν και φούρνοι που θα ψήνουν ψωμί παρότι μπορείς να βρεις ότι ζητάς ακόμα και σε πρατήρια βενζίνης.

Δ.Λ.: Διαβάζουν οι Έλληνες σήμερα;Και αν ναι, ποιο είναι το πιο δημοφιλές genre;

Α.Α.: Δεν διάβαζαν ποτέ ιδιαίτερα οι Έλληνες, δεν είναι στην κουλτούρα μας. Τα αίτια είναι πολλά, εκπαίδευση, οικογένεια, ανάγκη για επιβίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού κλπ.

Θεωρώ ότι σήμερα βρισκόμαστε σε καλό αναγνωστικό επίπεδο, αν και πολύ απέχουμε από το να δούμε την εικόνα που συναντάμε στις χώρες της Δύσης, με τον κόσμο να διαβάζει μανιωδώς στα ΜΜΜ.

Το δημοφιλέστερο και πιο στιβαρό είδος στις μέρες μας, είναι η Αστυνομική Λογοτεχνία, εκεί συναντάς «αναγνώστες-μπετόν» που δεν μετακινούνται εύκολα, συνεχίζοντας να διαβάζουν μόνο αστυνομικές ιστορίες. Έχει υποχωρήσει το «αισθηματικό μυθιστόρημα», ενώ πάντα ψηλά βρίσκονται τα βιβλία «Αυτοβοήθειας».

Δ.Λ.: Κατά την διάρκεια της καραντίνας, προσωπικά χρειάστηκε να περιηγηθώ ηλεκτρονικά στους καταλόγους των μεγάλων προμηθευτών βιβλίων, να διαβάσω πληροφορίες γι’ αυτά, να φτιάξω την λίστα μου έτσι ώστε να την δώσω στο τοπικό βιβλιοπωλείο και να αγοράσω από αυτό, επειδή θέλω να στηρίζω τα τοπικά βιβλιοπωλεία.Όμως ταυτόχρονα αναγνωρίζω ότι η παραπάνω διαδικασία αποδεικνύει ένα κενό στον τρόπο που οι τοπικοί ιδιοκτήτες βιβλιοπωλείων περιμένουν να επιβιώσουν.Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε τρόπος να ενημερωθώ για το περιεχόμενο ενός καταστήματος από οποιαδήποτε πηγή, εκτός αν τηλεφωνούσα στον ιδιοκτήτη για να τον ρωτήσω «Έχεις αυτό;Έχεις εκείνο;» (ας λάβουμε υπόψη μας ότι οι αναγνώστες της επαρχίας είμαστε σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους διαθέσιμους τίτλους).Έχω την αίσθηση ότι υπάρχει μια ρομαντικοποίηση του ανεξάρτητου βιβλιοπωλείου, μια εμμονή με τον τρόπο που γινόντουσαν τα πράγματα παλιά, που λειτουργεί κόντρα στην οικονομική του επιβίωση: πολύ απλά, γιατί ένα μικρό βιβλιοπωλείο δεν έχει διαδικτυακή παρουσία;

Α.Α.: Θίγετε ένα μεγάλο θέμα, που έχει πολλές παραμέτρους. Καταρχάς να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Οι αναγνώστες της επαρχίας, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν βρίσκονται σε «μειονεκτική θέση», διότι παντού υπάρχουν πολύ αξιόλογα και ενημερωμένα τοπικά βιβλιοπωλεία, ενώ και το Public έχει «φροντίσει» να εξαπλωθεί σε πάνω από 50 σημεία σε όλη την Ελλάδα με ότι κι αν σημαίνει αυτό για τις τοπικές αγορές.

Ο αναγνώστης/πελάτης θα επιλέξει το μικρό βιβλιοπωλείο για συγκεκριμένους λόγους: για την προσωπική επαφή και συζήτηση, για την εξυπηρέτηση, για την αισθητική του καταστήματος – το βιβλίο δεν είναι απρόσωπο καταναλωτικό είδος, παρότι εμπίπτει στους κανόνες του εμπορίου. Υπάρχει η «ρομαντικοποίηση» του ανεξάρτητου βιβλιοπωλείου, όπως υπάρχει και η «ρομαντικοποίηση» του μικρού delicatessen που υπάρχει παντού στον κόσμο, μήπως όμως αυτό αντιπροσωπεύει μια βασική ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία, που δεν θα τη βρει στο απρόσωπο και τεράστιο κατάστημα με τους μεγάλους διαδρόμους; Δεν είναι καλύτερα να σου προτείνει ένα βιβλίο ο βιβλιοπώλης που γνωρίζει τις προτιμήσεις σου, από το να το επιλέγεις από ένα διαδικτυακό «καλάθι» ή από το ράφι ενός πολυκαταστήματος που στον παρακάτω όροφο πουλάει ταμπλέτες και στο ισόγειο τηλεοράσεις;

Τώρα, όσον αφορά την διαδικτυακή παρουσία των μικρών ή των τοπικών βιβλιοπωλείων, υπάρχει μεγάλο θέμα κόστους που δεν είναι μόνο η αγορά και η κατασκευή ενός τέτοιου προγράμματος – δεν υπάρχει πρόγραμμα για βιβλιοπωλεία που κοστίζει λιγότερο από 10.000 ευρώ με όλες τις παραμετροποιήσεις σύνδεσης με βιβλιονετ/οσδελ κλπ. Μπορεί το κόστος αυτό να είναι απαγορευτικό για έναν βιβλιοπώλη με τζίρους μικρούς και περιθώριο κέρδους ελάχιστο, αφού πρέπει να ανταγωνιστεί το μεγάλο διαδικτυακό βιβλιοπωλείο που κάνει τεράστιες εκπτώσεις και κινείται πολλές φορές με κέρδος 1 και 2 ευρώ ανά βιβλίο.

Πώς θα το εμπλουτίσει το e-shop του αν αποφασίσει να το φτιάξει κάνοντας το βήμα; Πρέπει να προσλάβει υπάλληλο ή υπαλλήλους, πρέπει να το ανανεώνει συνεχώς για να είναι ανταγωνιστικός, πρέπει να κάνει καλή συμφωνία με εταιρεία μεταφοράς για να μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων που μιλάνε με άλλους όρους σε αυτές τις εταιρείες. Βασικά, θα πρέπει να αποκτήσει άλλο ένα κατάστημα με ότι αυτό συνεπάγεται. Συμφωνώ ότι είναι απαραίτητο, αλλά μήπως θα πρέπει να υπάρξει και μια γερή επιδότηση από την Πολιτεία γι’ αυτό; Οι περισσότεροι λοιπόν, βολεύονται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που σίγουρα προσφέρουν μια καλή διαφημιστική προβολή αν «δουλευτούν» σωστά. Σίγουρα το e-shop, είναι μια αναγκαιότητα για τον επαγγελματία του κλάδου, αλλά αυτό σημαίνει ότι πρέπει να «ματώσει» πολύ και να αποφασίσει να αφιερώσει πολύ χρόνο για να το διατηρήσει ανταγωνιστικό.

Για να κλείσω το θέμα (που δεν κλείνει αλλά τέλος πάντων), το πρόβλημά μου δεν είναι ο ηλεκτρονικός κατάλογος, αλλά η αδιαφορία για ενημέρωση των επαγγελματιών του κλάδου, που πολλές φορές είναι άσχετοι με το αντικείμενο, αδιαφορούν να έχουν ενδιαφέροντες τίτλους στα καταστήματά τους, υποτιμούν το ίδιο τους το επάγγελμα, δίνοντας μεγαλύτερη βάση σε σχολικά είδη κλπ. Αυτοί οι επαγγελματίες, είναι σίγουρα χαμένοι από τον ανταγωνισμό.

Δ.Λ.: Ως φοιτήτρια στην Αγγλία έβλεπα τα βιβλία να έχουν εποχικές εκπτώσεις (ίσως όχι όλα τα είδη, αλλά αρκετά και σίγουρα η λογοτεχνία). Γιατί δεν συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα;

Α.Α: Το βιβλίο έχει μια σταθερή προμήθεια ως προϊόν από τους εκδοτικούς οίκους. Ο κάθε εκδοτικός οίκος, επιλέγει συχνά να βγάλει ορισμένους τίτλους σε προσφορά ή να δώσει στους επαγγελματίες τη δυνατότητα για μεγαλύτερη έκπτωση, που πολλές φορές μπορεί να φτάνει το 50% ως τελική τιμή για τον καταναλωτή. Είναι επιλογή του βιβλιοπώλη να το κάνει ή όχι . Με αυτόν τον τρόπο υπάρχουν συνεχώς και αδιαλείπτως βιβλία σε προσφορά στο ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, σε καταπληκτικούς τίτλους που για τον ένα ή άλλο λόγο δεν κινήθηκαν όπως περίμεναν οι εκδότες τους. Δηλαδή μπορείτε να βρείτε αριστουργήματα με 4 ή 5 ευρώ. Νομίζω ότι είμαστε σε καλύτερη κατάσταση όσον αφορά τις εκπτώσεις από τις περισσότερες χώρες της Δύσης.

Δ.Λ.: Ξανά, ομιλώ ως αναγνώστρια που μένει στην επαρχία: πόσο δύσκολο είναι να υπάρξουν ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία όταν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουμε σε άλλη γλώσσα;Κάποτε ρώτησα έναν ιδιοκτήτη βιβλιοπωλείου στην Κρήτη και μου απάντησε «δεν θα ήξερα να φτιάξω μια ξενόγλωσση συλλογή». Είναι αλήθεια αυτό ή απλώς το ξενόγλωσσο βιβλίο είναι οικονομικά ασύμφορο;

Α.Α.: Ένα μικρό βιβλιοπωλείο, για να φτιάξει συλλογή ξενόγλωσσων βιβλίων, θα πρέπει να διασφαλίσει ότι θα έχει το απαραίτητο κοινό να τη στηρίξει, διότι το περιθώριο κέρδους είναι ελάχιστο και τις περισσότερες φορές ίσως και να πρέπει να προαγοράσει τα βιβλία που θα τοποθετήσει, δηλαδή να κάνει μια «επένδυση» που θα του κοστίσει.

Θα ήθελα να σας αναφέρω μια προσωπική εμπειρία όταν εργαζόμουν στο Booktalks. Ήρθε ζευγάρι σαραντάρηδων ελλήνων, στο κατάστημα που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό, και έρχονται για διακοπές στη χώρα μας κάθε χρόνο. Τους θυμήθηκα, μιλήσαμε λίγο, διαλέξανε βιβλία, κάνανε τέλος πάντων ένα σοβαρό τζίρο περίπου 100 ευρώ. Μου ζήτησαν ένα διάσημο βιβλίο Οικονομικής θεωρίας στα Αγγλικά, τους είπα ότι συνήθως δεν φέρνουμε ξενόγλωσσα αλλά θα δω τι μπορώ να κάνω γι’ αυτούς (αφού ήταν καλοί πελάτες). Βρίσκω το βιβλίο από έναν (1) προμηθευτή στην Ελλάδα, ο οποίος διατηρεί κατάστημα με ξενόγλωσσα βιβλία, και ο οποίος αρνείται να μου το πουλήσει κάτω από την τιμή που το προσφέρει στο διαδικτυακό του κατάστημα. Βλέπω ότι το βιβλίο πωλείται 10% παραπάνω σε διάφορα διαδικτυακά ελληνικά sites, οπότε λέω στο ζευγάρι, ότι «κοιτάξτε, μπορείτε να το αγοράσετε από εκεί προς 30 ευρώ, μπορώ να σας το φέρω και θα σας κοστίσει 32 ευρώ», η απάντησή τους ήταν «όχι, φέρτο για 2 ευρώ τώρα δεν το συζητάμε, και θα περάσουμε να το πάρουμε». Το έφερα πλήρωσαν 32 ευρώ, όλα καλά – βεβαίως αν πληρώνανε με πιστωτική κάρτα, θα μπαίναμε μέσα αφού το είχαμε αγοράσει 30 ευρώ, αλλά λες οι άνθρωποι πήρανε βιβλία 100 ευρώ, οπότε…. Συμπέρασμα, εμείς ως βιβλιοπωλείο πουλήσαμε βιβλία 132 ευρώ και το καθαρό κέρδος μας, από όλη αυτή τη συναλλαγή, ήταν 17 ευρώ μετά από τις εκπτώσεις κλπ. (στο βάθος ένας χοντρός με πούρο, γελάει με αυτά τα κέρδη βέβαια έτσι;). Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, ότι το περιθώριο κέρδους, η αβεβαιότητα και η ψυχική ταλαιπωρία είναι μεγάλα για ένα μικρό κατάστημα, και δεν έχει να κάνει με «επαρχία» ή «κέντρο».

Δ.Λ.: Είστε κάποιος που διατηρεί ένα από τα πιο ενημερωμένα blog για το βιβλίο που υπάρχουν στην Ελλάδα. Νομίζετε ότι είστε κάτι σαν last man standing σε ένα κόσμο που στέκεται στους τίτλους και επικοινωνεί με τσιτάτα ολοένα και περισσότερο;

Α.Α.: Τις προάλλες κάποιος με αποκάλεσε «τοτέμ», εσείς τώρα «last man standing», μου λείπει κι ο χαρακτηρισμός «δεινόσαυρος» για να κλείσω. Μπορεί το blogging να μην είναι της μόδας πια, αφού όλοι προτιμούν μικρά κείμενα, μέχρι 50 λέξεις, εικόνες και ένα «μ’αρέσει»-«δεν μ’αρέσει» αλλά σας διαβεβαιώ ότι οι επισκέψεις στο blog έχουν αυξηθεί εδώ και 9 μήνες (να βοήθησε η καραντίνα; Δεν ξέρω…), και το ενδιαφέρον των αναγνωστών παραμένει αμείωτο. Βοηθούν βέβαια τα κοινωνικά δίκτυα σ’ αυτό, για να λέμε την αλήθεια, αφού οι περισσότεροι αναγνώστες σε ένα ποσοστό 80% έρχονται από τις αναρτήσεις για την δημοσίευση στο blog. Το περίεργο δε είναι, ότι βλέπω όλο και περισσότερα blogs για βιβλία να ξεφυτρώνουν, ανθρώπους να πειραματίζονται με άλλες μορφές «ημερολογίων βιβλίων», κανάλια στο youtube κλπ. Όσο και όσοι αντέξουμε…

Δ.Λ.: Πόσα βιβλία διαβάζετε σε ένα χρόνο μέσα;

Α.Α.: Διαβάζω 100 με 120 βιβλία τον χρόνο και γράφω για 60 περίπου, όσα δηλαδή είναι πάνω από τον μέσο όρο. Δεν γράφω για βιβλία που δεν μου αρέσουν- δεν θέλω να τσακώνομαι ή να προκαλώ αντιπαραθέσεις (σας διαβεβαιώ ότι ο βιβλιοφιλικός φανατισμός δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από τον γηπεδικό) ή μπορεί και να πέρασα καλά, αλλά τα ξέχασα μέσα σε μια εβδομάδα.