Διαμεσολάβηση, επανορθωτική δικαιοσύνη και η σχέση τους με την ψυχική υγεία

«Δεν θα πρέπει να διαπραγματευόμαστε από φόβο. Αλλά να μη φοβόμαστε να διαπραγματευόμαστε» (John F. Kennedy, πρόεδρος ΗΠΑ, 1917-1963)

Τι είναι η διαμεσολάβηση, ποιος μπορεί να κάνει αυτή την επιλογή και γιατί να προσλάβει κάποιος μια διαμεσολαβήτρια;

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης, που έκανε την εμφάνιση του στην ελληνική έννομη τάξη το 2010, απασχολεί όλο και περισσότερο το νομικό χώρο τόσο στη χώρα μας, όσο και παγκοσμίως. Πρόκειται για έναν εναλλακτικό τρόπο επίλυσης διαφορών που θεσμοθετήθηκε μετά από σχετική Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στόχο έχει να κατακτήσει όλο και περισσότερους δικηγόρους και πολίτες. Σκοπός της διαμεσολάβησης είναι όχι μόνο η εξυπηρέτηση των υλικών συμφερόντων των μερών, τα οποία την επιλέγουν για να λύσουν τη διαφορά τους, αλλά και η ικανοποίηση των ψυχοσυναισθηματικών αναγκών τους και η συμφιλίωσή τους.

Ως εναλλακτική επίλυση διαφορών (Alternative Dispute Resolution-A.D.R.) εννοούμε «το φάσμα των διαδικασιών που όταν εφαρμοσθούν, υπηρετούν την επίλυση των διαφορών, ως εναλλακτικές της παραδοσιακής αντιδικίας στα δικαστήρια» (Συνήγορος του Πολίτη, 2010), όπου τα μέρη συμμετέχουν στην εύρεση λύσης. Οι διαδικασίες αυτές πρωτοεμφανίσθηκαν στις Η.Π.Α. ήδη από το 1970 και στη συνέχεια στο Ηνωμένο Βασίλειο περί το 2000.

Γέννημά τους αποτέλεσε, σε πρώτη φάση, η ανάγκη αντιμετώπισης των σημαντικών καθυστερήσεων στην τακτική απονομή δικαιοσύνης καθώς και το μεγάλο κόστος προσφυγής σε αυτή. Ως τέτοιες εναλλακτικές μέθοδοι αναγνωρίζονται παγκοσμίως η διαμεσολάβηση (mediation), η διαιτησία (arbitration), η διαπραγμάτευση (negotiations) και η συμφιλιωτική επίλυση (conciliation).

Η διαμεσολάβηση αποτελεί μια από τις κύριες πρακτικές της επανορθωτικής δικαιοσύνης και περιγράφεται ως η διαδικασία ειρηνικής επίλυσης διαφορών και συγκρούσεων, η οποία λαμβάνει χώρα μεταξύ των διαφωνούντων μερών και ενός τρίτου προσώπου, του ουδέτερου διαμεσολαβητή, με σκοπό την εύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής και ωφέλιμης λύσης. Ως διαμεσολαβητής, ορίζεται τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για την οργάνωση και ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στους στόχους της διαμεσολάβησης συγκαταλέγονται η αποτελεσματική αντιμετώπιση και επίλυση συγκρούσεων με εποικοδομητικό διάλογο, η αποκατάσταση των σχέσεων, η δόμηση και βελτίωση του επιπέδου συνεργασίας και επικοινωνίας, καθώς και η επανόρθωση της ζημίας ή βλάβης που έχει υποστεί το ένα από τα δύο αντιτιθέμενα μέρη.

Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου αναφορικά με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, του Ν. 4640/2019, τα δεδομένα αναφορικά με τον θεσμό της διαμεσολάβησης στην χώρα μας άλλαξαν πλήρως ανάγοντας τον από επικουρικό σε βασικό εργαλείο επίλυσης των διαφορών. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Πριν από ενδεχόμενη προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος υποχρεούται, πλέον, να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής, όταν και ως ορίζεται στα άρθρα 6 και 7 του Νόμου. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί επί ποινή απαραδέκτου αυτής.

Στο άρθρο 6 του ως άνω Νόμου ορίζονται οι διαφορές που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης. Αυτές είναι:

α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 (διαζύγιο, ακύρωση γάμου, αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου), καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ. (προσβολή πατρότητας, μητρότητας κ.λ.π.),

β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,

γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης.

Κατά τα λοιπά, η διαμεσολάβηση παραμένει μια εθελοντική διαδικασία, που ενθαρρύνεται, ωστόσο, όπως προκύπτει και από τα ανωτέρω, όλο και περισσότερο.

Τι διαφορετικό προσφέρει ένας διαμεσολαβητής σε σχέση με την κλασική αντιπροσώπευση από ένα δικηγόρο;

Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, και να καταλάβουν και οι πολίτες, ότι ο Διαμεσολαβητής δεν «δικάζει» τη διαφορά των μερών ούτε λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με τον τρόπο της επίλυση της. Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι Δικαστής ή Κριτής. Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι χωρίς την αρωγή του νομικού κόσμου και την ουσιαστική συμμετοχή των δικηγόρων στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, ο εναλλακτικός αυτός τρόπος επίλυσης των διαφορών δε θα έχει ποτέ τα μέγιστα αποτελέσματα που μπορεί να έχει.

Ο Διαμεσολαβητής είναι το πρόσωπο εκείνο που βοηθά τα μέρη να στρέψουν την ενέργεια τους σε πιο θετική προσέγγιση της διαφοράς τους και τα οδηγεί προς την επίτευξη μιας συμφωνίας. Είναι ένα πρόσωπο της κοινής επιλογής των μερών (σε περίπτωση που δεν υπάρχει κοινή αποδοχή από τα Μέρη στο πρόσωπο του Διαμεσολαβητή, ο τελευταίος ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης) ο οποίος έχει την ικανότητα να δουλεύει κατά τη διάρκεια της Διαμεσολάβησης ταυτόχρονα με τις σχέσεις των μερών, με το περιεχόμενο της διαφοράς τους και με την ίδια τη διαδικασία. Προσπαθεί να οικοδομήσει και να ενδυναμώσει τη σχέση του με καθένα από τα μέρη και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους σαν αμερόληπτος και ουδέτερος τρίτος, στον οποίο κάθε πλευρά μπορεί να εκθέσει, χωρίς φόβο, εμπιστευτικές πληροφορίες, τα δυνατά αλλά και τα αδύνατα σημεία της υπόθεσης της. Είναι εκείνος που θα συγκεντρώσει τις πληροφορίες της υπόθεσης, θα οργανώσει τα δεδομένα και θα αναγνωρίσει τον κοινό τόπο ταύτισης για την επίτευξη μιας συμφωνίας.

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι ο Διαμεσολαβητής έρχεται να υποκαταστήσει τους Δικαστές ή τους Δικηγόρους στη δουλειά τους. Ο Διαμεσολαβητής έρχεται στην πραγματικότητα να μας υποδείξει έναν τρίτο δρόμο – αυτόν της εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς υπό την σκεπή, όμως, μιας διαρθρωμένης, αμερόληπτης και ουδέτερης για τα Μέρη διαδικασίας, όπου η συμμετοχή των δικηγόρων είναι απαραίτητη.

Ο Διαμεσολαβητής θα συνομιλήσει με κάθε μέρος και το δικηγόρο του σχετικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Θα συνομιλήσει για τα στοιχεία της υπόθεσης από την οπτική γωνία της κάθε πλευράς αλλά συγχρόνως και για τα συναισθήματα τους. Θα αναλύσει μαζί τους ένα φάσμα θεμάτων που δεν είναι μόνο νομικά ή οικονομικά θέματα αλλά και προσωπικά θέματα.

Ποιος ο ρόλος μιας διαμεσολαβήτριας προς ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε διαδικασία διαζυγίου ή μιας οικογένειας που αντιμετωπίζει διαφορές;

Όταν ένα ζευγάρι αποφασίζει να χωρίσει, στην αρχή έχει συνήθως τις καλύτερες προθέσεις απέναντι στα παιδιά. Στην πορεία ωστόσο υπεισέρχονται διάφοροι παράγοντες, όπως προσωπική πικρία, θυμός, απογοήτευση, με συνέπεια να δυσκολεύονται να βρουν λύσεις. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, το 15% των διαζυγίων συνοδεύεται από έντονες διαμάχες και συγκρούσεις, ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι στο 75-90% των περιπτώσεων, η απόφαση δεν είναι κοινή, αλλά του ενός από τους δύο συζύγους.

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης μπορεί να βοηθήσει τα δυο μέρη να καταλήξουν σε μια συνεννόηση, αποφεύγοντας τις δικαστικές διαμάχες, έτσι ώστε να αποφεύγεται και η αρνητική επιρροή στα παιδιά.

Ειδικά στα συγκρουσιακά διαζύγια που οι αντιδικίες είναι πολυετείς, η ψυχολογική επιβάρυνση που δημιουργείται στα παιδιά αλλά και στους γονείς και στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να είναι τεράστια.

Όταν μια οικογένεια, ένα ζευγάρι, απευθύνεται στο διαμεσολαβητή είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιεί ότι δεν απευθύνεται ούτε σε σύμβουλο γάμου ούτε σε ειδικό ψυχικής υγείας. Σαφώς, όπως ανέφερα και προηγουμένως, η διαμεσολάβηση δεν είναι μια στείρα διαδικασία ανάλυσης των δεδομένων και λήψης αποφάσεων. Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με οικογενειακές διαφορές, ο χαρακτήρας και οι προσωπικότητες των μερών, τα βιώματα και τα συναισθήματα τους παίζουν τεράστιο ρόλο και αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της διαδικασίας.

Το σημαντικό με την οικογενειακή διαμεσολάβηση είναι ότι οδηγεί σε λύσεις που είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης των ίδιων των μερών, με στόχο την μέγιστη ικανοποίησή τους. Κανένα από τα Μέρη δεν θα φύγει ή δεν πρέπει να φύγει από τη Διαμεσολάβηση και να αισθάνεται (για να το πούμε λαϊκά) «ριγμένο». Η διαδικασία της Διαμεσολάβησης μπορεί να μετατρέψει τα αρνητικά συναισθήματα (θυμός, αγανάκτηση, φόβος, πικρία, εκδικητικότητα) σε θετικά (ανακούφιση, ικανοποίηση, αίσθημα ασφάλειας, αισιοδοξία) και να δημιουργήσει πνεύμα συνεργασίας, με στόχο την επίλυση της διαφοράς σε όφελος και των δύο μερών (win - win situation). Ετσι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Παράλληλα, προστατεύεται η ψυχική υγεία των συζύγων – γονέων και κυρίως των παιδιών, αποτρέποντας την αντιπαλότητα και την όξυνση των σχέσεων που προκαλεί η δικαστική αντιδικία.

Μπορεί η διαμεσολάβηση να χρησιμεύσει στην διαχείριση θεμάτων ατόμων που αντιμετωπίζουν ψυχικές νόσους;

Ο David Whincup σε άρθρο του στο National Law Review (National Law Review, Volume VII, Number 130) ανέφερε ότι, όταν ερωτήθηκε εάν η επίλυση των διαφορών στο χώρο εργασίας μέσω της Διαμεσολάβησης εξακολουθεί να είναι βιώσιμη, στην περίπτωση που ένα από τα μέρη αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, απάντησε ότι η χρήση αυτής είναι ακόμη πιο επιθυμητή σε αυτήν την περίπτωση.

Η πρώτη επισήμανση που πρέπει να γίνει είναι ότι κάθε μέρος μιας διαδικασίας Διαμεσολάβησης βρίσκεται ήδη σε κάποιο βαθμό σε κατάσταση αυξημένης ψυχικής διαταραχής, βιώνοντας αισθήματα αβεβαιότητας, φόβου, επιθετικότητας, απελπισίας ή απλά έχει την παιδική αντίληψη ότι αν καθίσουν απλά στο δωμάτιο της Διαμεσολάβησης, ο Διαμεσολαβητής θα τους φέρει στο πιάτο μια συμφωνία με την οποία θα είναι ευχαριστημένοι. Το ακριβές σημείο στο οποίο κάποια από αυτές τις συναισθηματικές καταστάσεις εξελίσσεται σε κάτι κλινικά αναγνωρίσιμο ως διατάραξη της ψυχικής υγείας, δεν είναι κάτι που μπορεί ο Διαμεσολαβητής να διαγνώσει ή με κάποιο τρόπο συνδέεται με τον ρόλο του στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης. Η ύπαρξη ή η υποψία μιας ψυχικής διαταραχής είναι ένα στοιχείο που απλά ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την διαδικασία σαν μια πραγματική κατάσταση.

Αναφέρει ακόμη, στο ίδιο ως άνω άρθρο του, κάτι που για μένα είναι πολύ σημαντικό: «Κατά κύριο λόγο, τα πράγματα που καθιστούν τη Διαμεσολάβηση ελκυστική και αποτελεσματική για τη μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε αυτή, είναι τα ίδια που την κάνουν ελκυστική και αποτελεσματική για όσους πάσχουν από ψυχικά νοσήματα.

Για παράδειγμα:

Η διαδικασία δεν περιλαμβάνει επικρίσεις

Τα μέρη ελέγχουν τη διαδικασία

Η Διαμεσολάβηση λαμβάνει χώρα σε αυστηρά εμπιστευτικό περιβάλλον

Είναι πιθανό να ακούσει μηνύματα που είναι πιο θετικά από ό, τι περίμενε

Μπορεί να συνοδεύεται και να καθοδηγείται από έναν φίλο, μέλος της οικογένειας και δικηγόρο για ηθική και ψυχολογική στήριξη

Κανείς δεν θα του επιβάλει τίποτα

Λείπει το αίσθημα της ανάκρισης

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι η Διαμεσολάβηση είναι μια πολύ πιο «ψυχικά-φιλική» διαδικασία (αν μπορεί να μου επιτραπεί ο όρος) για όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια διαφορά πολλώ δε μάλλον για όσους δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να τη διαχειριστούν λόγω κάποιας ψυχικής νόσου. Η Διαμεσολάβηση διεξάγεται σε ένα περιβάλλον ήρεμο και ασφαλές, σε ένα περιβάλλον όπου δεν κρίνονται αλλά αντίθετα μέσω της συζήτησης προσπαθούν να βρουν οι ίδιοι λύση στο πρόβλημα τους.

Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στον ρόλο ενός διαμεσολαβητή και σε εκείνο ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας; Η Ψυχολογία είναι η επιστήμη που, μεταξύ άλλων, μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η Διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός τρόπος επίλυσης διαφορών και, άρα, δε μπορεί να περιοριστεί στην τεχνική έννοια του όρου «επιστήμη», καθότι το αντικείμενο της διαχέεται, εμπεριέχει και αγγίζει πεδία που ανήκουν σε διαφορετικούς επιστημονικούς τομείς. Χρησιμοποιεί αρκετά εργαλεία και αρχές που συναντά κανείς στη Ψυχολογία, με πιο σημαντική αυτή της ενσυναίσθησης.

Σημαντικό, βέβαια, είναι ευθύς εξαρχής να ξεκαθαριστεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν είναι Ψυχολόγος και ο Ψυχολόγος δεν είναι Διαμεσολαβητής. Το ένα δεν είναι υποκατάστατο του άλλου. Τουναντίον «αγγίζονται» σε πολλά σημεία, τέμνονται και το ένα χρησιμοποιεί το άλλο συνεχώς.

Με δεδομένο ότι ο διαμεσολαβητής, εν αντιθέσει με το δικαστή, δεν εκδίδει απόφαση ούτε επιβάλλει λύση αλλά στοχεύει στην υποβοήθηση των Μερών ώστε αυτά να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, χρησιμοποιεί τεχνικές και μεθόδους που ανήκουν κατά βάση στην επιστήμη της ψυχολογίας.

Για παράδειγμα, όπως ένας ψυχολόγος συμβουλεύει, παρέχει υποστήριξη, δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης ακούγοντας τον θεραπευόμενο με ενσυναίσθηση προκειμένου να τον προσανατολίσει στην βέλτιστη για τον τελευταίο μέθοδο επίλυσης των θεμάτων που τον απασχολούν, έτσι και ο Διαμεσολαβητής:

Καλλιεργεί κλίμα εμπιστοσύνης

Επιδεικνύει ενσυναίσθηση και χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ενεργητικής ακρόασης

Αντικατοπτρίζει (Mirroring) τα συναισθήματα και τις θέσεις των εμπλεκόμενων στη Διαμεσολάβηση Μερών

Διασφαλίζει την ισότιμη και δημοκρατική συμμετοχή των Μερών

Πώς μπορούμε να απευθυνθούμε σε έναν Διαμεσολαβητή

Στο site της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης ( http://www.diamesolavisi.gov.gr/ ) μπορείτε να βρείτε τον πλήρη κατάλογο του Μητρώου Διαμεσολαβητών. Επίσης, μπορείτε να απευθυνθείτε στον δικηγόρο σας για να σας καθοδηγήσει στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης αλλά και στον αρμόδιο Δικηγορικό Σύλλογο όπου τηρείται αρχείο με τα ονόματα των Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών.