Το τεύχος Ιουνίου είναι αφιερωμένο στο #ecotherapy


Κάποτε ήταν το όνειρο της πρωτεύουσας, η επιθυμία για μεγάλη ζωή μακριά από τη ρουτίνα της επαρχίας. Οι νέοι της εποχής εγκατέλειπαν το χωριό τους σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, η οποία συνήθως είχε να κάνει με υλικά αγαθά, μια δουλειά γραφείου και περισσότερη ψυχαγωγία. Οι πόλεις μεγάλωσαν, τα σπίτια ψήλωσαν, οι άνθρωποι βρέθηκαν να ζουν μια ανάσα από το διπλανό τους, κυνηγώντας το ρολόι και μια θέση στον ήλιο, όπως είχαν δει να γίνεται στον κινηματογράφο. Οι νωχελικοί ρυθμοί της επαρχίας έδωσαν τη θέση τους στην ανταγωνιστικότητα, το χτίσιμο της καριέρας, την έλλειψη ελεύθερου χρόνου, την απομάκρυνση από την οικογένεια. Και μετά ήρθε εκείνη η λέξη - θα ήταν η δεκαετία του ογδόντα, όταν προέκυψε ξαφνικά, όχι απλώς ως επιστημονικός όρος, αλλά ως πραγματικότητα, μια έννοια τόσο ασαφής, αλλά ταυτόχρονα οικεία σε όλους, μια εσωτερική παραφωνία με το περιβάλλον, μια άνιση ανταλλαγή των προσωπικών τους κατακτήσεων με μια σειρά συμπτωμάτων ιατρικού ενδιαφέροντος: άγχος! Και άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο βίωναν ως τότε τη ζωή. Ο κόσμος τους δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.

Τι συνέβαλε στο να γεννηθεί μέσα τους το άγχος; Τι είναι αυτό που έκανε τον οργανισμό τους να αντιδράσει τόσο αρνητικά, σχεδόν να επαναστατήσει; Στην προσπάθειά τους να γίνουν καλύτεροι, μεγαλύτεροι, δυνατότεροι και να αποκτήσουν περισσότερα αγαθά, οι άνθρωποι των πόλεων έχασαν την ταυτότητά τους, φυλακίστηκαν μέσα στα θέλω τους, κατέπνιξαν εκείνα τα κομμάτια του εαυτού τους που θα μπορούσαν να τους κάνουν να φαίνονται τρωτοί, ατελείς, αδύναμοι ή φοβισμένοι, δηλαδή ανθρώπινοι. Ταυτόχρονα, έκαναν το λάθος να απορρίψουν τη ζωή στη φύση ως αναχρονιστική, βαρετή και με πολλές ελλείψεις σε υποδομή και ευκαιρίες, αναζήτησαν την εύκολη λύση. Απέκτησαν υλικά αγαθά, αλλά ξέχασαν να φροντίσουν τον εαυτό και το περιβάλλον τους. Πλούτισαν το πορτοφόλι τους, αλλά παρέμειναν φτωχοί μέσα τους. Δούλεψαν για τους άλλους, αλλά αμέλησαν να δουλέψουν με τον εαυτό τους. Από δικό τους λάθος, έχασαν τις αξίες, τις αρετές και τα προσόντα που κάνουν έναν άνθρωπο ικανό να πορευτεί στη ζωή σαν ολοκληρωμένη προσωπικότητα: το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο (που έγινε πολυτέλεια), την ουσιαστική επαφή με την κοινότητα, τη δημιουργική έκφραση, την προσωπική τους ελευθερία, την ηρεμία τους.

Αρκετά χρόνια αργότερα, σε μια ασφυκτικά ζωηρή κοινωνία, ένα κίνημα επιστροφής στις ρίζες, γεννιέται. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων επιστρέφει στη φύση, διεκδικώντας δυναμικά αυτά που αρχικά αναγκάστηκε να απαρνηθεί. Η επαρχία παίρνει την εκδίκησή της, όχι μόνο επειδή, τώρα, αποτελεί το καταφύγιο του κορεσμένου από υλικά ανθρώπου, αλλά επειδή επιπλέον αυτή προσφέρει ευκαιρίες να αλλάξει κανείς τη ζωή του ουσιαστικά και προς το καλύτερο: α) αρχικά, πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν πως η καλλιέργεια της γης και των προϊόντων της, ανοίγεται ως μια εναλλακτική, επιχειρηματική πρόταση που δεν επιβαρύνει το περιβάλλον, αλλά ευνοεί τη συλλογική προσπάθεια, π.χ. σήμερα που, παρά την πλημμύρα των υπεραγορών, υπάρχει ανάγκη για προσωποποιημένες επιχειρήσεις και όχι απρόσωπους ομίλους και οργανισμούς, οι αγρότες μπορούν να κάνουν τη διαφορά, μόνοι τους ή μέσα σε ομάδες, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη του κόσμου να έρθει σε επαφή με τις βαθύτερες πτυχές του εαυτού του και να ανακτήσει τη χαμένη του σχέση με την παράδοση, τη φύση και την οικογένεια. β) με τον εκμηδενισμό των αποστάσεων, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους συνδυάζουν τα προνόμια της εξοχής με τις παροχές της πόλης κι έτσι κατορθώνουν να έχουν μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία ζωής, διατηρώντας την εργασία τους στην πόλη, αλλά μένοντας σε εξοχικές περιοχές, γ) νέοι άνθρωποι βρίσκουν διέξοδο σε οργανωμένες δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με την κοινότητά τους, αφήνοντας στην άκρη τις προσωπικές σπατάλες, τις καταχρήσεις και την ασφάλεια του καναπέ και της τηλεόρασης τους.

Αξίζει τον κόπο να περιμένουμε λιγάκι για να δούμε τι πρόκειται να αποφέρει όλη αυτή η προσπάθεια, όχι με τη μορφή εσόδων, αλλά με τη μορφή εσωτερικών αλλαγών που θα γίνουν ικανές να χτίσουν έναν κόσμο λιγότερο αυτοκαταστροφικό. Υπάρχει ελπίδα; Η απάντηση είναι ναι, αν ο καθένας από μας γίνει κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Δεν μιλάμε για την περιβόητη «αξιοποίηση» της επαρχίας, όπου οι ρεματιές μπαζώνονται, τα λαγκάδια τσιμεντώνονται και οι ραχούλες γίνονται airbnb. Μιλάμε για έναν απλούστερο τρόπο ζωής, με τον οποίο τα παιδιά μας θα έχουν την ευκαιρία να μεγαλώσουν χωρίς να φοβούνται, σε αρμονία με τη φύση και όχι αγκαλιά με τον υπολογιστή τους. Πριν οι ρυθμοί της πόλης μας πνίξουν μέσα σε μια λίμνη αγωνίας, άγχους και ανταγωνισμού, ας φτιάξουμε μόνοι μας το αντίδοτο που θα μας λυτρώσει από τη φθορά και θα μας κάνει να θυμηθούμε τους ήχους, τις μυρωδιές, τα χρώματα και τις γεύσεις μιας ζωής που έχασε, στο παρελθόν, το δρόμο της…