Ο θάνατος και το μικρό παιδί*

Για τα πολύ μικρά παιδιά, ο θάνατος δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Παρόλα αυτά, η εμπειρία της απώλειας και του πένθους μέσα στην οικογένεια, μπορεί να κάνει ένα παιδί από πολύ νωρίς να αισθανθεί την αβεβαιότητα της ύπαρξης και το άγχος του αφανισμού, γεγονός που ενδέχεται να κλονίσει τη σιγουριά και την ασφάλεια που αισθανόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Η ανησυχία και ο φόβος της απώλειας και της ανυπαρξίας περνούν από τρία διαφορετικά στάδια και εδραιώνονται στη συνείδηση ενός ατόμου, από την ηλικία των εννέα χρόνων:

Αρχικά, το παιδί που δεν έχει συμπληρώσει τα πέντε έτη ζωής, βλέπει το θάνατο ως αναστρέψιμο γεγονός. Για το παιδί αυτό, δεν υπάρχει «απόλυτος»θάνατος. Η απώλεια φαντάζει προσωρινή, σαν μια αναχώρηση, σαν τον ύπνο: η «αφύπνιση», έτσι, είναι ζήτημα χρόνου. Σταδιακά, ανάμεσα στην ηλικία των πέντε με εννέα χρόνων, το παιδί προσωποποιεί το θάνατο. Ο θάνατος αναφέρεται σε ορισμένα πρόσωπα και μόνο σε αυτά, δεν αποτελεί κοινή μοίρα. Μόνο από την ηλικία των εννέα χρόνων και μετά, το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται την παύση όλων των λειτουργιών, την ανυπαρξία, την κατάργηση όλων των σχέσεων που είναι συνακόλουθα του θανάτου και βέβαια τον οικουμενικό χαρακτήρα αυτού.

Επειδή μια συζήτηση πάνω στο θάνατο και την απώλεια, δεν είναι ούτε ευχάριστη, ούτε επιθυμητή από τον περισσότερο κόσμο, χαρακτηρίζεται δε ως γρουσούζικη και μη αναγκαία να γίνεται, ο φόβος για τον θάνατο δεν εξομολογείται ποτέ κι έτσι «στοιχειώνει» την καθημερινότητά μας. Είναι απαραίτητο όμως, όταν ένα παιδί βιώσει την απώλεια ενός προσφιλούς του προσώπου, να έχει τη συναισθηματική υποστήριξη της οικογένειας στην οποία μεγαλώνει. Αυτό σημαίνει πως και η ίδια η οικογένεια πρέπει να βρει το κουράγιο να μιλήσει ανοιχτά για το θάνατο στο παιδί, εφόσον αυτό το επιθυμεί και ρωτάει, να του εξηγήσει τι συνέβη και να το καθησυχάσει λέγοντάς του πως δεν π