Η παρουσίαση του βιβλίου Ξαναγράφοντας την Ιστορία της Ζωής σου, μέσα από τα μάτια αυτών που το προλ

* Η παρουσίαση έλαβε χώρα την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020 στον φιλόξενο χώρο του frankly cafe στο Ηράκλειο Κρήτης. Το κείμενο που ακολουθεί ήταν η τοποθέτηση της Γεωργίας Καρβουνάκη, Λογοτέχνη και Επιμελήτριας κειμένων, για το βιβλίο.

Δεν ξέρω από πού να το πιάσω αυτό το βιβλίο. Διότι, παρά τα σχήματα λόγου που χρησιμοποίησε η Δέσποινα, δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω ως λογοτεχνία και δεν είναι και ο στόχος της άλλωστε αυτός. Παρά ταύτα, το βιβλίο είναι γραμμένο σε γλώσσα απλή και κατανοητή, ο λόγος είναι διανθισμένος με κομψό χιούμορ, πίσω από το οποίο διαφαίνεται το σπινθηροβόλο πνεύμα της Δέσποινας Λιμνιωτάκη, όπως τη γνωρίζουμε οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- από τα κοινωνικά δίκτυα και από την εκτός οθόνης ζωή.

Πάμε παρακάτω. Να το αντιμετωπίσω ως λογοτέχνις, όπως με χαρακτήρισε η φίλη μας όλως αυθαιρέτως; Θα δούμε αν θα καταφέρω να το προσεγγίσω κι εγώ από την πλευρά μου λογοτεχνικά για να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων (απειλή ήταν αυτό, για όποιον δεν κατάλαβε).

Το πιο σοφό εκ μέρους μου θα ήταν να το δω ως γουάναμπι λογοτέχνις η οποία, όμως, το μόνο που πρέπει να καθίσει να γράψει ή, ίσως, το πρώτο και σημαντικότερο έργο που πρέπει να καθίσει να γράψει, είναι η ιστορία της ίδιας της ζωής της, όμως όχι ως εξιστόρηση του παρελθόντος της αλλά ως σχεδιασμό του μέλλοντός της. Χωρίς να απωθήσει το τραυματικό παρελθόν της σε μια σκοτεινή γωνιά του υποσυνείδητου -αν το λένε έτσι αυτό το τμήμα, που καταλαβαίνετε ποιο εννοώ, είναι αυτό στο όγδοο υπόγειο, εκεί όπου ενταφιάζουμε μετά τιμών τα λάθη και τα παθήματά μας για μην τα βρίσκουμε τάχα μπροστά μας και σκοντάφτουμε πάνω τους. Πιθανόν ξεχνώντας ότι τίποτα απ’ όσα μας συμβαίνουν σε μια φυσιολογική ζωή, όχι ζωή με ακρότητες, τίποτα, επαναλαμβάνω, δεν συμβαίνει για να μας καταστρέψει αλλά για να μας διδάξει και να λειτουργήσει ως tabula rasa ή ως βάση πάνω στην οποία θα στερεώσουμε ένα άγραφο κομμάτι χαρτί για να ξεκινήσουμε να γράφουμε από την αρχή ή να ζωγραφίζουμε κιόλας αν είμαστε άτομα με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ικανότητες.

Το ξέρω ότι αυτή είναι μια ακραία αισιόδοξη άποψη αλλά την προτιμώ από την ολοκληρωτική παράδοση και ναι, το ξέρω ότι υπάρχουν κι άλλες ενδιάμεσες καταστάσεις ανάμεσα στο «ακραία αισιόδοξη» και το «ολοκληρωτική παράδοση» αλλά, επίσης, ξέρω πως όσο περισσότερα ζητάς τόσο περισσότερα παίρνεις και το «όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα» αφορά μόνο σε πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις και είναι πολύ απαρχαιωμένη άποψη για να την αναμασά ο άνθρωπος του 21ου αιώνα. Νομίζω ότι και η Δέσποινα θέλει να μας εμφυσήσει τη βεβαιότητα ότι αν προετοιμαστούμε σωστά και διεκδικήσουμε, θα λάβουμε κιόλας.

Νομίζω ότι όσο συγκροτημένα άτομα κι αν είμαστε, στη ζωή κάθε μιας μας -ή και καθενός- έχει έρθει η στιγμή κατά την οποία έχουμε προσευχηθεί στον θεό που ο καθείς πιστεύει, να του έρθει μια παρηγοριά, αρχικά, για τα βάσανα που περνάει και κατόπιν μια θαυμάσια επιφοίτηση ώστε να καταφέρει να βάλει σε τάξη τον κομματιασμένο εαυτό του και σε δεύτερη φάση τα δεδομένα του για να δει από πού θα το ξαναπιάσει το πράγμα. Ευτυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν έτσι, (νομίζω εγώ εκτός εάν οι ειδικοί μας παραθέσουν στοιχεία για το αντίθετο, πράγμα που δεν αποκλείεται κιόλας) ξανασυνθέτουν δηλαδή τον εαυτό τους έστω και λίγο ατσούμπαλα. Κάποιοι άλλοι πάλι, αφήνουν τα κομμάτια τους να τα πάρει ο αέρας μερικώς ή γενικώς. Γιατί μπορεί να καταφέρουμε, τελικά, να περισώσουμε ένα τμήμα του εαυτού μας, να λειτουργούμε, ας πούμε, σαν εργαζόμενοι και να έχουμε αφήσει το κομμάτι της προσωπικής μας ζωής να βουλιάζει, να είμαστε γονείς και να δυσλειτουργεί το τμήμα κοινωνικότητας.

Μικρές και μεγάλες ανατροπές και καταστροφές συμβαίνουν καθημερινά στη ζωή εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Παρόλα αυτά η ζωή συνεχίζει να κυλάει ντεγκραντέ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι δεν αντέχουν και αν δεν απευθυνθούν σε ειδικό υποκύπτουν στα ψυχικά τους τραύματα και αυτοεξοντώνονται. Υπάρχουν και άλλοι, οι πολλοί ευτυχώς, που σηκώνονται από τα πατώματα, ανασκουμπώνονται και ξανά προς τη δόξα τραβούν.

Σημαντικό ρόλο παίζει η δουλειά που έχει γίνει με τον εαυτό μας από πριν. Σημασία έχει να ξέρουμε πού στεκόμαστε σαν οντότητες, ποιοι είναι οι πόροι μας, ποια είναι τα αποθέματα στα οποία θα βασιστούμε για να συνεχίσουμε. Το να έχουμε γενικά επαφή με ειδικούς βοηθά στο κομμάτι αυτό. Το να παραδεχτούμε την αδυναμία μας και να το κάνουμε έστω και εκ των υστέρων επίσης είναι χρήσιμο.

Το βιβλίο της Δέσποινας μας δίνει ένα σχήμα προτεραιοτήτων και μας ξεκινά από τα βασικά. Από την καταγραφή, ένα είδος απογραφής των υπαρχόντων μας, των στοιχείων που συνθέτουν τη ζωή μας, υλικών, ψυχικών πνευματικών, κοινωνικών κ.λ.π.

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αντιμετωπίσω με ψυχραιμία αλλά και συγκρατημένη αισιοδοξία το γεγονός ότι εδώ δεν έχουμε ένα βιβλίο που απλά το κρατάμε στο χέρι και είμαστε παθητικοί αναγνώστες αλλά το βιβλίο είναι εκείνο που μας κρατά στο χέρι και περιμένει να παίξουμε μαζί του, να συνεργαστούμε, να το ταΐσουμε με τη ζωή μας την ίδια, με τα σχέδια και τα όνειρά μας. Σαν το μωρό ένα πράγμα. Αλλιώς δεν πάει παρακάτω. Περιμένοντας να εξελιχθεί η πλοκή του ανακαλύπτουμε ότι εμείς κινούμε τα νήματα, ότι η ηρωίδα είναι ο ίδιος ο εαυτός μας, ότι δεν απέχουμε παρά μια ανάσα από το να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας -αρκεί να είναι ρεαλιστικά.

Ενώ υπάρχουν διάφοροι χαρακτήρες στο βιβλίο, άνθρωποι αληθινοί, οι οποίοι είναι περιπτώσεις μελέτης, ο βασικός ήρωας είναι ο αναγνώστης. Αυτός αλληλεπιδρά με τις λέξεις, διαβάζει τις γεμάτες σελίδες και γεμίζει με δικές του λέξεις τις άδειες. Οι άνθρωποι που περνούν μέσα από τα κείμενα της Δέσποινας, δείχνουν αυτό που υποψιαζόμουν εδώ και καιρό: ότι σε κάποια ζητήματα είμαστε όλοι ίδιοι, κάποιες καταστάσεις -όπως π. χ. ο έρωτας ή η γονεϊκή ιδιότητα- εξισώνουν τον αστροφυσικό με τον φοιτητή του.

Η Δέσποινα, μέσα από τη θεωρητική κατάρτισή της και την εμπειρία της στον τομέα της ψυχικής υγείας μας βοηθά με συμβουλές και κάνει ευκολότερη τη διαδικασία αναγνώρισης των στόχων μας στους σημαντικούς τομείς της ζωής μας: στο σπίτι, τη δουλειά, τις σχέσεις, την ευρύτερη κοινωνία, τις σχέσεις με τον εαυτό μας.

Στέκομαι σε μια σημαντική παραίνεση που μας δίδεται από την αρχή: να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Είμαστε; Νομίζω ότι συνήθως έχουμε την τάση ή να χαϊδευόμαστε υπερβολικά και να ρίχνουμε «τα κατάξυλα» (που λέει κι η μάνα μου) στους άλλους ή να είμαστε αυστηροί σε σημείο που αφενός να μας τρώνε οι τύψεις και αφετέρου να νομίζουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ να ξελασπώσουμε γιατί είμαστε εντελώς άχρηστοι. Και το ένα άκρο και το άλλο εμείς το λέμε ειλικρίνεια. Νομίζουμε ότι είμαστε ειλικρινείς αλλά συχνά αυτό δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση μέσα στην οποία έχουμε υφάνει ένα κουκούλι κι έχουμε χωθεί μέσα του κι είναι ωραίο, απαλό, και μας ζεσταίνει και μας παρηγορεί και μας κοιμίζει κι αυτό μας αρκεί. Είναι αυτό που λέμε «το παραμύθι μας», το οποίο μπορεί αρχικά να το γράψαμε για να το σερβίρουμε στους άλλους, για δημόσια κατανάλωση αλλά τελικά βουτήξαμε μέσα του και το κάναμε αλήθεια μας. Μπορεί, όμως, και να το φτιάξαμε εξ αρχής για μας τους ίδιους, έχοντας μια στρεβλή εικόνα για τον εαυτό μας, πράγμα που έχει τις ρίζες του πολύ βαθιά μέσα στον χρόνο (μας).

Οι ρόλοι μας σ’ αυτή τη ζωή είναι πολλαπλοί. Είμαστε γονείς, είμαστε άντρες ή γυναίκες, είμαστε φίλοι, εραστές, εργοδότες ή εργαζόμενοι. Τον κάθε ρόλο μας θα πρέπει να τον διαχειριζόμαστε έτσι ώστε να κερδίζουμε μέσα από την εμπειρία που μας προσφέρει.

Το κακό είναι ότι όλοι, μα όλοι, ξέρουμε πώς να γράψουμε μια νέα ιστορία ζωής, συνυπολογίζοντας τα δεδομένα του παρελθόντος. Όμως, φευ, η ιστορία που ξέρουμε να γράψουμε καλύτερα απ’ όλες, είναι αυτή των άλλων: της κολλητής μας, της ξαδέρφης μας, του συντρόφου μας και, πάνω απ’ όλα, των παιδιών μας, τα οποία είναι μεν οι πρωταγωνιστές αλλά στα χαρτιά και μόνο.

Εκεί που πάσχουμε είναι στο να συγκεντρωθούμε και να γράψουμε τη δική μας ιστορία. Όχι ότι δεν τη γράφουμε αλλά, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, το γραπτό μας είναι γεμάτο ορθογραφικά λάθη. Θυμάμαι ένα ανέκδοτο παλιό, από αυτά τα σεξιστικά που είναι γεμάτος ο -ανδρικός- κόσμος, όπου μια νιόπαντρη νοικοκυρά σέρβιρε τον καλό της όταν εκείνος επέστρεψε από τη δουλειά αλλά το φαγητό δεν του άρεσε και της το έφερε με τρόπο -νιόπαντροι αφού- λέγοντάς της «η συνταγή που συμβουλεύτηκες, αγάπη μου, φαίνεται να ήταν γεμάτη ορθογραφικά λάθη».

Ένα τέτοιο πράγμα θα μπορούσε να συμβεί και με το βιβλίο της ζωής μας αν δεν το επιμεληθούμε όπως του αξίζει. Εννοείται ότι όπου «ορθογραφικά λάθη», σημαίνει τις λανθασμένες επιλογές μας, σε πρόσωπα, καταστάσεις, τρόπους αντιμετώπισης, διαχείρισης κ.λ.π.

Ακούμε συχνά την έκφραση «γυρνάω σελίδα» στη ζωή μου, πάω παρακάτω. Συχνά την ιστορία μας αναγκαζόμαστε να την ξαναγράψουμε αλλά κάποιες φορές είναι επιλογή μας και αυτό είναι το ιδανικό. Και μιας και μιλάμε για επιλογή έχω να πω ότι ως παιδάκι της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, δεν έχω παρά να θυμηθώ την ταινία εκείνη που αναφερόταν σε μια κυρία ατυχήσασα. Από μικρή είχα αποφασίσει ότι ως μοιραίως ατυχήσασα (και δεν εννοώ τη χηρεία αλλά τις κάθε είδους μικρές ή μεγάλες ατυχίες της ζωής ή ορθογραφικά λάθη) θα ήθελα να μοιάζω με τη Μάρω Κοντού και όχι με τη Μήτση Κωνσταντάρα, για όλους τους λόγους που η ταινία προέβαλε.

Σε κάθε περίπτωση, ένα πολύ σημαντικό πράγμα που μου έμεινε εμένα προσωπικά από το βιβλίο, είναι η σελίδα στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Σκεφτόμουν, λοιπόν, ότι ίσως είναι καλύτερα, αντί να μετράμε προβατάκια το βράδυ για να κοιμηθούμε, να φροντίσουμε ώστε η ανασκόπηση της ημέρας μας να είναι τόσο πλούσια σε ευχάριστες στιγμές που να λειτουργεί χαλαρωτικά και ν’ αφήσουμε ήσυχα τα προβατάκια στο μαντρί τους, να μην τα βάζουμε να δουλεύουν γερμανικά νούμερα.

Ανακεφαλαίωση, λοιπόν, με λίγα λόγια: να περνάμε όμορφες, δημιουργικές στιγμές, να δίνουμε χρόνο στα αγαπημένα μας πρόσωπα, να τρώμε σωστά, να αποφεύγουμε άσκοπες ψυχοφθόρες και χρονοβόρες συζητήσεις, να μην έχουμε βλαβερές εξαρτήσεις στη ζωή μας, να ασχοληθούμε με κάποια από τα πράγματα που μας αρέσουν και όχι μόνο με όσα πρέπει και μας επιβάλλεται να κάνουμε. Πώς θα το πετύχουμε; Μα, ξαναγράφοντας την ιστορία της ζωής μας χωρίς ορθογραφικά λάθη, σελίδα τη σελίδα αλλά με πλάνο, με σχεδιασμό, με στόχους. Έτσι, δηλαδή, όπως μας προτρέπει και μας προετοιμάζει η Δέσποινα με το βιβλίο της.

Καλό είναι να θυμόμαστε ότι ναι μεν ποτέ δεν είναι πολύ αργά για τίποτα αλλά, επίσης, ποτέ δεν είναι και πολύ νωρίς. Όταν μια κατάσταση μας στενεύει σαν παπούτσι έστω και μισό νούμερο μικρότερο, καλύτερα να σκίσουμε τις σελίδες που την αφορούν ή, έστω, να τις παραχώσουμε σ’ ένα συρτάρι, σ’ έναν φάκελο αρχειοθέτησης και να πιάσουμε μολύβι και χαρτί ή πληκτρολόγιο. Αυτό που μας στένευε είναι το ίδιο πράγμα που θα μας εμπνεύσει να γράψουμε την ιστορία από την αρχή.

Να, σαν τη Μαρίκα, την ηρωίδα της ιστορίας που έγραψα, ειδικά γι’ απόψε, για να δικαιώσω τη Δέσποινα. Μια Μαρίκα από τα παλιά, που πολύ νωρίς θέλησε να διαλύσει την τάξη που της έταξαν για να επιβάλλει την τάξη που η ίδια επιθυμούσε. Την είδα σε μια παλαιινή φωτογραφία γάμου, η τάξη ολοφάνερη, θα τη ζήλευε ο καθένας που δεν ξέρει να βλέπει πίσω από τις γραμμές, πίσω από τα πίξελ. Εγώ την έβαλα τη Μαρίκα να τα κάνει ρημαδιό, όμως. Της έδωσα χαρτί και μολύβι, μάλιστα, γιατί το πληκτρολόγιο δεν τη βόλευε, πληκτρολογούσε αργά κι έχανε χρόνο κι αυτή βιαζόταν να ξαναγράψει την ιστορία της ζωής της.

Κουαρτέτο

Τέσσερις κίονες στο φόντο ορίζουν το σκηνικό. Πυθαγόρειος συμβολισμός για την οικογένεια την οποία ολοφάνερα επιδιώκουν οι δυο εικονιζόμενοι, όρθιοι στο κέντρο του τόξου που σχηματίζουν οι δυο μεσαίες κολώνες, ντυμένοι τη στολή του γάμου.

Η σκηνή απαθανατίστηκε με αξονική συμμετρία. Στο κέντρο εκείνοι και δυο καλάθια με λευκά χρυσάνθεμα, δεξιά κι αριστερά τους. Συμμετρικά όλα, σαν τους ίδιους τους κίονες με τα σεμνά, χωρίς αισθητικές εξάρσεις κιονόκρανα. Αυστηρά, σαν τις πτυχές του νυφικού που η μακριά ουρά του έρχεται με τάξη ν’ ακουμπήσει μπροστά στα πόδια της νύφης σαν βεντάλια που ανοίγοντας δημιουργεί ένα καλοσχηματισμένο αυλάκι που χωρίζει το σώμα της από το σώμα του άντρα δίπλα της και από ό,τι συμβαίνει γύρω της. Την απομονώνει από τον παρατηρητή της σκηνής, που στέκεται μπροστά στο απλωμένο μεταξωτό και το βλέμμα του μένει εκεί, φοβούμενο να προχωρήσει για να μην το τσαλακώσει, να μην το λερώσει.

Τα γάντια της τη χωρίζουν από το μπουκέτο με τους λευκούς κρίνους που κρατά. Δεν της επιτρέπουν να αποκτήσει την αίσθησή τους, ούτε αυτό που δηλώνουν. Την επιθυμία εκείνου που τους πρόσφερε. Λευκή, άσπιλη αγνότητα, ανέγγιχτη από οτιδήποτε μιαρό. Ο ίδιος στέκεται δίπλα και περιφρουρεί τη σκηνή, με το κύρος που του δίνει η στολή του. Το στρατιωτικό του καπέλο στερεωμένο στην αριστερή μασχάλη. Το χέρι του πέφτει ελεύθερο μέχρι το σημείο που ξεκινά η φαρδιά, ανοιχτόχρωμη ρίγα του παντελονιού του. Σφίγγει σε μάτσο τα γάντια του. Τα έχει βγάλει για να έχει τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης ή είναι κώδικας συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει την εποχή ή την ιδιότητά του; Το δεξί του χέρι δεν φαίνεται. Πρέπει να ακουμπά τη νύφη του στη μέση, ίσως να τη σφίγγει κιόλας, γυμνό, κτητικό και ανυπόμονο για ό,τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει.

Η τάξη που χαρακτηρίζει τις λεπτομέρειες της φωτογραφίας είναι αποτυπωμένη στο ύφος του ζευγαριού. Σοβαροί και οι δυο. Αγέλαστοι. Απουσία οικειότητας. Είναι ήδη παντρεμένοι αλλά ανέγγιχτοι. Η παγωνιά ακόμη κατοικεί στην ψυχή και στο σώμα τους. Τρυπά το δέρμα τους και περνά προς τα έξω. Αυτό κάνει την εικόνα τους μαυρόασπρη, σαν τα ρούχα τους.

Τέσσερις σειρές πέρλες, σύμβολο θηλυκότητας, παντοτινού έρωτα, καθαρότητας, δημιουργίας, της τυλίγουν σαν φίδι το λαιμό. Είναι η μέρα που και η ίδια βγαίνει από το όστρακό της και παραδίδεται καθαρή και πολύτιμη και με την ευθύνη που αναλαμβάνει απέναντι στους άλλους. Η μάσκα της φινέτσας δεν είναι αρκετή για να κρύψει τον φόβο της. Τη μεγάλωσαν και την προίκισαν με αγωγή και ύστερα της βρήκαν εκείνον που θα της εξασφαλίσει θέση στην κοινωνία. Αυτή τη θέση που η ίδια κοινωνία της έχει απαγορεύσει να κατακτήσει από μόνη της. Πρέπει να περάσει την πρώτη δοκιμασία, της τελετής, που θα τη δέσει με αιώνιο δεσμό με έναν άγνωστο άντρα.

Της προκαλεί τρόμο η συνέχεια της βραδιάς και της ζωής της. Όταν το λευκό πέπλο που στεφανώνει τα κομψά χτενισμένα μαλλιά της θα πέσει κι ύστερα θα κηλιδωθεί από την κόκκινη ουσία της αιώνιας ωριμότητας. Το βλέμμα της, σκοτεινό και παρακλητικό, δεν αντικρίζει ίσια τον φακό. Βλέπει αριστερά κάποιον που στέκεται δίπλα στον φωτογράφο. Ζητά βοήθεια σαν ηθοποιός που χάνει τα λόγια και στηρίζεται στον υποβολέα για τη συνέχεια της παράστασης. Κάποιος τη σκηνοθέτησε και την έβγαλε στη σκηνή χωρίς πρόβες.

«Μητέρα, πες μου τι πρέπει να κάνω. Δεν τολμώ να συνεχίσω. Το κοινό θα μ’ εξοντώσει με την αποδοκιμασία του».

Μισάνοιχτα χείλη. Τα λόγια πνίγονται στο κοκκινάδι τους. Σκοντάφτουν στα μαργαριτάρια των δοντιών της. Δεν τολμά να τα πιέσει να βγουν αλλά στέκονται εκεί στην άκρη έτοιμα. Η ανατροφή της δεν της επιτρέπει να τα φτύσει. Την έμαθαν να συγκρατεί τον λόγο και το συναίσθημα. Να γίνεται κομμάτι του σκηνικού της ζωής που της ετοίμασαν. Άψυχη σαν την κολόνα που μπροστά της στέκει καταβάλλοντας προσπάθεια να μη λυγίσει τους ώμους.

Οι πέρλες γίνονται βρόγχος που την πνίγουν. Καταφέρνει να τον σπάσει. Αποφασιστικά αφήνει τα λευκά κρίνα να πέσουν δίπλα της στο πάτωμα του σκηνικού. Μαζεύει την ουρά του μεταξωτού φορέματος με το ένα χέρι. Με το άλλο πετάει το πέπλο από πάνω της. Καθώς τρέχει να ξεφύγει οι πέρλες αναπηδούν και σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Εκεί που και η ίδια λαχταρούσε να βρεθεί.