Σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων - παιδιά στο δικαστήριο (β' μέρος)

Παρόλο που πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό είδος κακοποίησης και παρά τα αυξανόμενα κρούσματα ανά τον κόσμο με τις περιπτώσεις των παιδόφιλων και τη χρήση του διαδικτύου ως μέσου διάδοσης πορνογραφικού υλικού, στην περίπτωση της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων η έμφαση – αν δεν είμαστε προσεκτικοί - μπορεί να πέσει όχι πάνω στα ίδια τα παιδιά και στην επούλωση των τραυμάτων τους, ψυχικών και σωματικών, αλλά πάνω στον θύτη ο οποίος εκτός από την αποτρόπαια πράξη καθαυτή, παραβίασε και ένα από τα πιο ισχυρά κοινωνικά ταμπού. Υπάρχει δηλαδή περίπτωση η κοινωνία να ορμήσει πάνω στον ένοχο για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, ξεχνώντας ή περιθωριοποιώντας όμως το ίδιο το παιδί. Επίσης, δεν είναι σπάνιες οι προσπάθειες να κουκουλωθούν τέτοια εγκλήματα από την ίδια την κοινωνία ή να δημιουργηθεί ένα καθεστώς «γνωρίζω-αλλά-δεν-μιλάω» από τα μέλη μιας κοινότητας.

Η σεξουαλική εκμετάλλευση, με την εξαίρεση του βιασμού και της αιμομιξίας, αναφέρεται στο DSM-IV στην κατηγορία Παιδοφιλία. Από την άλλη μεριά, η παιδοφιλία όπως ορίζεται στο εγχειρίδιο αφορά κάποιες μόνο περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης / κακοποίησης, μια και τα περισσότερα θύματα παιδόφιλων φτάνουν στην ενηλικίωση προτού αποκαλυφθεί το έγκλημα. Σε κάθε περίπτωση, οι κατηγορίες για παιδοφιλία προκειμένου να επιβεβαιωθούν και για να υπάρξει κατάλληλη αντιμετώπιση, απαιτείται η συνεργασία ενός αριθμού ειδικών (ιατρών, ψυχιάτρων, δικαστών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών κ.α) με εμπειρία σε θέματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Πολλά παιδιά διστάζουν και φοβούνται και να αποκαλύψουν ότι έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ο θύτης είναι μέλος της οικογένειας. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις ο δράστης είναι ένα πρόσωπο σε θέση έμπιστου φίλου ή καθοδηγητή, όπως για παράδειγμα δασκάλου ή μπέιμπι σίτερ. Αρκετά παιδιά-θύματα είναι πολύ μικρά για να λεκτικοποιήσουν αυτό που τους συμβαίνει, μπορεί και να μη γνωρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι λάθος και κακό ή μπορεί να μη θυμούνται. Κατά συνέπεια, οι ειδικοί της ψυχικής υγείας οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στη χρήση των λέξεων, πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζουν τα σημάδια της παιδικής κακοποίησης και να είναι άριστα καταρτισμένοι και ενημερωμένοι πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Σίγουρα, οι παγίδες της διάγνωσης είναι πολλές καθώς οι περιπτώσεις μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους. Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα θύματα είναι κορίτσια σε αιμομικτικές σχέσεις με άτομα της οικογένειας αλλά τα αγόρια πέφτουν συχνότερα θύματα βίας και τα περισσότερα από αυτά κατά την προσχολική ηλικία. Επιπλέον, η ομάδα των παιδιών που μπορεί να χαρακτηριστούν ως «με διανοητική στέρηση» ή «με ειδικές ανάγκες» ή με «μαθησιακές δυσκολίες» ή «με δυσκολίες προσαρμογής» είναι μια ομάδα υψηλού κινδύνου για κακοποίηση και χρίζει ιδιαίτερης προσοχής. Καθώς είναι δύσκολο για τα παιδιά να αποκαλύψουν λεπτομέρειες της θυματοποίησης τους, οι ανοιχτές, γενικού περιεχομένου ερωτήσεις από τη μεριά των εξεταστών δεν βοηθούν στην ανάκληση τέτοιων γεγονότων.

Κάποιοι ειδικοί πιστεύουν ότι τα θύματα της κακοποίησης πρέπει να αντιμετωπίζονται με γλώσσα ανάλογη του γεγονότος που συνέβη. Η εξέταση πρέπει να αποτελείται από μια σειρά διαφορετικών ερωτηματολογίων, να υπάρχει συνέντευξη, παιχνίδι ρόλων και να υπάρχει η εμπλοκή της τέχνης για τη συναισθηματική αποφόρτιση και την καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα στο θύμα και των εξεταστή. Ένα από τα μοντέλα παραδοχής της κακοποίησης, αυτό του Summit (Child Sexual Abuse Accommodation Syndrome, 1983) γνωρίζει τα ακόλουθα στάδια πριν την αποκάλυψη της κακοποίησης από τα θύματα: μυστικότητα, ματαίωση, παγίδευση, αποκάλυψη, υποχώρηση. Αντίθετα, οι Campis, Hebden-Curtis και De Maso (1993) αναφέρουν ότι οι λεπτομέρειες της αποκάλυψης έχουν άμεση σχέση με την ηλικία του παιδιού (Ceci, 1995).

Η αστυνομία - όταν είναι εκπαιδευμένη σε θέματα κακοποίησης - μπορεί να γίνει ένας πολύτιμος βοηθός στην πρόληψη και αντιμετώπιση προβλημάτων που προκύπτουν μέσα στην οικογένεια, αντί να περιορίζεται μόνο στο ρόλο του οργάνου που καταδιώκει τον εγκληματία. Παρόλο που παραδοσιακά η αστυνομία ασχολείται με καταγγελίες πολιτών, με περιπτώσεις εθισμού σε ουσίες, ξυλοδαρμών ή με συλλήψεις, αυτές οι ενέργειες όσο χρήσιμες και απαραίτητες κι αν είναι για το κοινωνικό σύνολο, δεν πρέπει να είναι οι μόνες που κάνει. Χρειάζεται να υπάρξουν στην Ελλάδα συμβουλευτικές υπηρεσίες που να συνεργάζονται με την αστυνομία και να αφήνουν ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα σε ειδικούς και οικογένεια. Με αυτό τον τρόπο οι αστυνομικοί θα μπορέσουν να κερδίσουν τον σεβασμό της τοπικής κοινότητας, όταν δηλαδή καταφέρουν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά προς αυτή, ανοίγοντας την αγκαλιά σε ανθρώπους που δεν έχουν ποιον να εμπιστευτούν και φοβούνται.

Είναι τα παιδιά αξιόπιστοι μάρτυρες στο δικαστήριο;

Τα τελευταία χρόνια στο εξωτερικό, υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός περιπτώσεων κακοποίησης ανηλίκων που βρίσκει το δρόμο μέχρι τα δικαστήρια και φέρνει τα ίδια τα παιδιά στις δικαστικές αίθουσες ως μάρτυρες, αν όχι θύματα. Οι προσπάθειες να διερευνηθούν σε βάθος αυτές οι υποθέσεις έχουν διχάσει τους ειδικούς σε σχέση με την εγκυρότητα των καταθέσεων των παιδιών, παρόλο που σχετικές έρευνες φανερώνουν ότι ψευδείς καταθέσεις κακοποίησης από παιδιά είναι σπάνιες. Ωστόσο, μια από τις υποθέσεις που είχε πάρει διαστάσεις μαζικής υστερίας στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας 1980, ήταν αυτή του βρεφονηπιακού σταθμού The Little Rascals Day Care, που κράτησε τους Αμερικάνους καρφωμένους στους τηλεοπτικούς τους δείκτες για περισσότερους από 6 μήνες, όπως περιγράφεται από τον Stephen J. Ceci (1995):

Ο Bob και η Betsy Kelly ήταν ιδιοκτήτες και