Κρίση πανικού


"Το φανάρι της παραλιακής οδού είχε ανάψει κόκκινο. Η Μαρία άφησε το πόδι από το γκάζι, τέντωσε την πλάτη της και κατέβασε το τζάμι του αυτοκινήτου μέχρι τη μέση για να πάρει μια βαθειά ανάσα από θάλασσα. Ήταν ένα γλυκό απόγευμα και η βροχή είχε καθαρίσει την ατμόσφαιρα. Αν κοίταζες απέναντι, μπορούσες να δεις τα βουνά να λάμπουν από μακριά, καθώς το φως του ήλιου που έδυε, έπεφτε πάνω τους.


Έριξε μια γρήγορη ματιά στον πλαϊνό καθρέφτη. Χτένισμα, μακιγιάζ, άψογα. Η διάθεση στα ύψη. Αυτή τη συνάντηση, την περίμενε εδώ και εβδομάδες. Χαμογέλασε στη σκέψη, έβαλε πρώτη ταχύτητα και – καθώς το χρώμα στο φανάρι άλλαζε σε πράσινο - ετοιμάστηκε να στρίψει στη γωνία. Λίγα τετράγωνα παρακάτω, θα συναντούσε τον Αλέξη.


Η Μαρία παρατήρησε ότι ήταν λίγο σφιγμένη, αλλά αυτό ήταν φυσιολογικό αφού επρόκειτο για το πρώτο ραντεβού. Οι παλάμες της είχαν ιδρώσει και αισθανόταν ότι το τιμόνι τής γλιστρούσε στις στροφές. Δεν περίμενε να είχε τόση αγωνία, λες να γούσταρε τον Αλέξη σοβαρά; Κούνησε το κεφάλι της δεξιά-αριστερά για να ξεμουδιάσει, αλλά αυτό την έκανε να ζαλιστεί. Μα, τι στο καλό…ο οδηγός πίσω της, άρχισε να κορνάρει. Τι την είχε πιάσει επιτέλους; Βρήκε μια θέση και σταμάτησε απότομα το αυτοκίνητο στο πλάι για να συνέλθει.


Κατέβασε τα παράθυρα στο φουλ, πρόλαβε να σβήσει τη μηχανή. Ένοιωσε τους παλμούς της καρδιάς μέσα από τη μπλούζα της να αυξάνονται. «Να πάρει» σκέφτηκε «γίνομαι όλο και χειρότερα και θα αργήσω κι από πάνω». Παράξενο, δεν της είχε συμβεί κάτι τέτοιο εδώ και πολύ καιρό. Αισθανόταν ένα πόνο στο στήθος, κρέμασε το λαιμό της έξω από το παράθυρο με δυσφορία, πιάστηκε από την πόρτα και προσπάθησε να την ανοίξει για να πεταχτεί έξω.


«Δεν μπορώ να αναπνεύσω, δεν μπορώ να αναπνεύσω» επανέλαβε από μέσα της. Της είχε κοπεί η αναπνοή. Έριξε το σώμα της μπροστά, σκέφτηκε ότι μπορεί και να λιποθυμούσε. Έβαλε τα χ