Ψυχοκοινωνική στήριξη και φροντίδα στα κέντρα φιλοξενίας και στους καταυλισμούς προσφύγων/μεταναστών

Πώς είναι να βλέπεις τον καλύτερό σου φίλο να δολοφονείται; Το σπίτι σου να γκρεμίζεται από βόμβα; Την οικογένειά σου να μοιράζεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, χωρίς να γνωρίζεις αν θα δεις κάποιους από αυτούς ή όλους μαζί ξανά ποτέ; Να χρειάζεται να περπατάς ολόκληρα χιλιόμετρα προτού σου δοθεί η άδεια να ανακτήσεις τον (μερικό στην πραγματικότητα) έλεγχο της ζωής σου;


Μέσα σε ένα ναρκοπέδιο από διαφορετικές απόψεις, διεκδικήσεις, συμφέροντα και μικροπολιτική, η ψυχολογική στήριξη των ανθρώπων που ακολουθούν τις διαδρομές του ξεριζωμού φαντάζει ως πολυτέλεια. Οι εικόνες από τη λάσπη και την εγκατάλειψη των πρόχειρων καταυλισμών στην Ειδομένη και αλλού, δεν αφήνουν περιθώρια συζήτησης για τίποτα άλλο εκτός από το αυτονόητο: τροφή, στέγη, προστασία, ασφάλεια. Κι όμως, τα στοιχεία των επίσης αυτοσχέδιων χώρων ψυχοκοινωνικής στήριξης μέσα στα κέντρα υποδοχής και βραχείας παραμονής, φτιαγμένα από φορείς με διεθνή δράση (Medecins Sans Frontiers, International Rescue Committee κ.λ.π), τονίζουν την απόλυτη αναγκαιότητα ύπαρξης ψυχολόγων ανάμεσα στα σώματα των εθελοντών, εξειδικευμένου δηλαδή προσωπικού που θα μπορεί να αξιολογήσει την εσωτερική κατάσταση των προσφύγων/μεταναστών και να σταθεί δίπλα τους, σε άλλη μία τραυματική διαδρομή: αυτή της διαχείρισης της απώλειας.


Σχεδόν οι μισοί από τους ανθρώπους που καταλήγουν σε καταυλισμούς και κέντρα βραχείας φιλοξενίας υποφέρουν από διαταραχές που σχετίζονται με το μετατραυματικό στρες (PTSD). Αρκετοί από αυτούς έχουν υπάρξει θύματα βασανιστηρίων και έχουν χάσει προσφιλή τους πρόσωπα από εγκληματικές ενέργειες. Σε εμπόλεμες ζώνες όπου κυριαρχεί ο νόμος του «σκότωσε πριν σε σκοτώσουν» και όπου η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία, οι επιζήσαντες βίαιων συρράξεων δεν μπορούν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα: υποφέρουν από εφιάλτες και νιώθουν την τρομερή μοναξιά που τους επιφυλάσσει η διαφορετικότητα στην κουλτούρα και στη νοοτροπία των χωρών υποδοχής. Αρκετές γυναίκες έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και σχεδόν πάντα πρέπει οι ίδιες να λειτουργήσουν ως φροντιστές για τα μικρότερα ή τα ηλικιωμένα μέλη μιας οικογένειας. Αν μιλάμε για οποιαδήποτε ευκαιρία ομαλής ενσωμάτωσης σε μια οποιαδήποτε κοινότητα ανά την υφήλιο, είναι απαραίτητο να αρχίσουμε να φροντίζουμε, εκτός από το σώμα και την ψυχή.


Επικεντρωμένες στο εδώ-και-τώρα, προσπαθώντας να κρατήσουν την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον ζωντανή, διευκολύνοντας τα θύματα να προβάλλουν τον εαυτό τους στο μέλλον και να θέσουν μικρούς, εφικτούς στόχους, οι ψυχολογικές πρώτες βοήθειες που προτείνονται για την ανακούφιση των πληγέντων έχουν να κάνουν με την αφήγηση ή τη χρήση μη λεκτικής δραματουργίας (σωματικό θέατρο), τη διαπολιτισμική συμβουλευτική ή απλά την ενεργό ακρόαση και την παροχή πρακτικής βοήθειας σε ζητήματα της καθημερινότητας. Σε κάθε περίπτωση δεν μιλάμε για ίαση, αλλά για βοήθεια. Δεν μιλάμε για συγκεκριμένο χώρο, διάρκεια ή πρωτόκολλο συνεδριών, αλλά για τη δημιουργική εκμετάλλευση του υλικού και των ευκαιριών που μας παρουσιάζονται. Η καλή προετοιμασία, η σωστή ενημέρωση, οι γνώσεις και η ετοιμότητα φτιάχνουν ένα καλό συνδυασμό για τα ζητήματα ζωής-ή-θανάτου: δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση οι άνθρωποι αυτοί να λειτουργήσουν τώρα ή στο άμεσο μέλλον με τρόπο που να συνάδει με τη δική μας «κανονικότητα».


Μέχρι σήμερα, η μετακίνηση πληθυσμών αποτυπώνεται στις οθόνες ως μελό σενάριο ταινίας ή ως πολιτισμικός εφιάλτης, ποτέ όμως ως πραγματικότητα την οποία οφείλουμε να κατανοήσουμε σε όλες της τις αποχρώσεις. Ανάλογες είναι και οι αντιδράσεις από την τηλεοπτική παρακολούθηση: το θέμα μας αγγίζει τόσο ώστε να βοηθήσουμε, χωρίς όμως να ξεβολέψουμε τις χρόνια εγκαταστημένες μας πεποιθήσεις. Μας κινητοποιεί στο βαθμό που θα συγκεντρώσουμε τα φορεμένα μας ρούχα, προκαλώντας άτυπους διαγωνισμούς αλληλεγγύης για το ποιος είναι ο πιο ανθρωπιστής. Στο τέλος της ημέρας όμως, θα υπάρχει πάντα ένα πιάτο φαί που θα το έχουμε ετοιμάσει με δική μας επιλογή, ένα κρεβάτι που θα έχουμε στρώσει οι ίδιοι, μια αγκαλιά δικών μας ανθρώπων που σέβονται και έχουν συνηθίσει τις κυκλοθυμικές μας ιδιοτροπίες. Υπάρχει ένα σπιτικό και μια χώρα απέναντι στην οποία μπορεί κανείς να αυτοπροσδιοριστεί. Αυτό δεν ισχύει για κάποιους άλλους. Γι’αυτούς, έχουν όλα γκρεμιστεί και το χτίσιμο πρέπει να ξεκινήσει από μέσα.


«Δεν έχουν να φάνε και κοιμούνται μέσα στις λάσπες. Τι ψάχνεις;» Ακριβώς γι’αυτό το λόγο, η κινητοποίηση της κοινότητας των λειτουργών της επιστήμης της Ψυχολογίας πρέπει να είναι άμεση και καταλυτική.


*Το άρθρο της Δέσποινας Λιμνιωτάκη, φιλοξενήθηκε στο liberal.gr την 16η Μαρτίου 2016.