Για ποια ψυχιατρική μεταρρύθμιση μιλάμε;


Στην Ελλάδα – είναι γνωστό – οι κυβερνήσεις κάνουν αγώνα με τις λέξεις. Η επιλογή των κατάλληλων όρων που θα δικαιολογήσουν μια βιαστική απόφαση, μια εντολή ή ένα νομοσχέδιο ας πούμε, αποδεικνύεται πιο σημαντική από την ίδια την ουσία, καθώς επηρεάζει την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία οι πολίτες θα καταπιούν το χάπι της (βιαστικής συνήθως και οπωσδήποτε σχεδιασμένης στο πόδι) αλλαγής: τα τελευταία χρόνια τείνω να πιστέψω ότι πραγματικά είμαστε ο πιο ευπροσάρμοστος λαός – εν ολίγοις, τα έχουμε «δει» όλα κι είμαστε ακόμα ζωντανοί, στο προσκήνιο.


Έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση της λέξης «μεταρρύθμιση». Παρόλο που για να μεταρρυθμίσεις πρέπει πρώτα να ρυθμίσεις, να τακτοποιήσεις αλλά, κυρίως, να λειτουργείς βάσει σαφούς σχεδίου, στην Ελλάδα μεταρρυθμίζουμε τις ανύπαρκτες δομές και υπηρεσίες τάχα για να τις βελτιώσουμε, αλλά έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας την πιθανότητα και μια κρυφή ελπίδα μήπως αυτές μάς κάνουν τη χάρη και εξαφανιστούν εντελώς, να γλυτώσουμε. Είναι αρκετές φορές που η μεταρρύθμιση είναι ένα καλό άλλοθι για τον αφανισμό.


Οι άνθρωποι που παλεύουν με κάποια ψυχιατρική νόσο και οι οικογένειές τους, είναι τα σιωπηλά θύματα μιας προσπάθειας να «τακτοποιηθούν» με προχειρότητα οι καθυστερήσεις χρόνων στην υλοποίηση του σχεδίου για την μετάβαση από τα άσυλα των νοσοκομείων σε μια κοινοτικού τύπου φροντίδα για τους πάσχοντες. Παρόλο που η ανάπτυξη της Κοινοτικής Ψυχιατρικής έχει προχωρήσει στο εξωτερικό - μέσα από τη δημιουργία εξωνοσοκομειακών μονάδων που μπορούν να στηρίξουν, αλλά κυρίως να εκπαιδεύσουν τους ανθρώπους αυτούς και τις οικογένειές τους πάνω σε θέματα ψυχοπροφύλαξης, εργασιακής απασχόλησης, αποφυγής στερεοτυπικών συμπεριφορών κ.λ.π – η Ελλάδα μοιάζει σαν να κάνει βήματα προς τα πίσω. Όχι απλώς δεν έχει γίνει η πρόβλεψη για το που θα μπορεί να απευθύνεται αυτός ο πληθυσμός από τη στιγμή που θα κλείσουν τα δημόσια ψυχιατρεία (δεν υπάρχουν αρκετά κέντρα ημέρας, κινητές μονάδες, ανεξάρτητα θεραπευτικά σχήματα), αλλά, από την άλλη μεριά, παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ιδιωτικών κλινικών που εμφανίζονται έτοιμες να τους υποδεχθούν.


Δεν πρόκειται για μια πάλη του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα, αλλά για μια μετατόπιση του προβλήματος από τον Άννα στον Καϊάφα, μια αποπομπή των ευθυνών μιας ολόκληρης κοινωνίας που κλείνει υποκριτικά τα μάτια σε θέματα ψυχιατρικής φροντίδας, τη στιγμή μάλιστα που ο αριθμός των ανθρώπων που εμφανίζουν κλινική κατάθλιψη αυξάνεται, ενώ τα ποσοστά αυτοκτονιών πληθαίνουν.


Διότι πείτε μου σας παρακαλώ, τι μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή πάνω σε θέματα αγωγής και προετοιμασίας της κοινότητας, για την καλή υποδοχή και την ισότιμη αντιμετώπιση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονται ως μίασμα; Να σας υπενθυμίσω τις διαμαρτυρίες που διοργανώνονται κατά καιρούς από κατοίκους περιοχών ενάντια στη δημιουργία ξενώνων, που θα έδιναν τη δυνατότητα σε πρώην «ασθενείς» να ζήσουν σαν άνθρωποι και όχι σαν πολίτες β’κατηγορίας. Τι πρόβλεψη έχει γίνει γι’αυτό; Τι ενημέρωση και επιμόρφωση προσωπικού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας;


Και σαν να μην έφταναν όλα, έχουμε τα προεκλογικά συνθήματα που διακρίνουν «εμάς» από τους «άλλους», τις αιμοδοσίες που αφορούν μονάχα σε ψηλούς, ξανθούς και εύρωστους πατριώτες και άλλα διαχωριστικά, από τα οποία γίνεται σαφές ότι υπάρχει ακόμα δρόμος πολύς μέχρι την Ιθάκη της αποδοχής της διαφορετικότητας (μιλάμε για ένα, αν όχι ανόητο, τουλάχιστον απαίδευτο συνονθύλευμα ανθρώπων που δεν έχουν ιδέα σε τι διαδρομές του μυαλού μπορούν να συμπαρασύρουν ακόμα και τα κομμάτια της κοινωνίας που ακόμα αντιστέκονται). Αν αρχίσουμε από τις ιδεολογικές διακρίσεις, φαντάσου τι θα γίνει όταν μπουν στο τραπέζι της συζήτησης οι προσωπικοί δαίμονες του καθενός από μας.


Η μεταρρύθμιση στον τομέα της ψυχιατρικής είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο, μια πολιτική υπέρβασης για τη δημόσια υγεία. Για την ώθηση των διαδικασιών δουλεύουν με γνώση του αντικειμένου και αυταπάρνηση πολλοί επαγγελματίες της υγείας εδώ και χρόνια. Είναι καιρός για το κράτος να τους λάβει υπόψη, να τους ακούσει. Διαφορετικά, δεν θα μιλάμε για μεταρρύθμιση, αλλά για άλλο ένα βόλεμα εαυτών και συνειδήσεων, ξανά.