Για ποια ψυχιατρική μεταρρύθμιση μιλάμε;


josef-heinrich-grebing-lu.jpg

Στην Ελλάδα – είναι γνωστό – οι κυβερνήσεις κάνουν αγώνα με τις λέξεις. Η επιλογή των κατάλληλων όρων που θα δικαιολογήσουν μια βιαστική απόφαση, μια εντολή ή ένα νομοσχέδιο ας πούμε, αποδεικνύεται πιο σημαντική από την ίδια την ουσία, καθώς επηρεάζει την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία οι πολίτες θα καταπιούν το χάπι της (βιαστικής συνήθως και οπωσδήποτε σχεδιασμένης στο πόδι) αλλαγής: τα τελευταία χρόνια τείνω να πιστέψω ότι πραγματικά είμαστε ο πιο ευπροσάρμοστος λαός – εν ολίγοις, τα έχουμε «δει» όλα κι είμαστε ακόμα ζωντανοί, στο προσκήνιο.


Έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση της λέξης «μεταρρύθμιση». Παρόλο που για να μεταρρυθμίσεις πρέπει πρώτα να ρυθμίσεις, να τακτοποιήσεις αλλά, κυρίως, να λειτουργείς βάσει σαφούς σχεδίου, στην Ελλάδα μεταρρυθμίζουμε τις ανύπαρκτες δομές και υπηρεσίες τάχα για να τις βελτιώσουμε, αλλά έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας την πιθανότητα και μια κρυφή ελπίδα μήπως αυτές μάς κάνουν τη χάρη και εξαφανιστούν εντελώς, να γλυτώσουμε. Είναι αρκετές φορές που η μεταρρύθμιση είναι ένα καλό άλλοθι για τον αφανισμό.


Οι άνθρωποι που παλεύουν με κάποια ψυχιατρική νόσο και οι οικογένειές τους, είναι τα σιωπηλά θύματα μιας προσπάθειας να «τακτοποιηθούν» με προχειρότητα οι καθυστερήσεις χρόνων στην υλοποίηση του σχεδίου για την μετάβαση από τα άσυλα των νοσοκομείων σε μια κοινοτικού τύπου φροντίδα για τους πάσχοντες. Παρόλο που η ανάπτυξη της Κοινοτικής Ψυχιατρικής έχει προχωρήσει στο εξωτερικό - μέσα από τη δημιουργία εξωνοσοκομειακών μονάδων που μπορούν να στηρίξουν, αλλά κυρίως να εκπαιδεύσουν τους ανθρώπους αυτούς και τις οικογένειές τους πάνω σε θέματα ψυχοπροφύλαξης, εργασιακής απασχόλησης, αποφυγής στερεοτυπικών συμπεριφορών κ.λ.π – η Ελλάδα μοιάζει σαν να