Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου

Τα βιβλία είναι η χαρά της ζωής.


Όχι ακριβώς της ζωής δηλαδή, γιατί οι παθιασμένοι αναγνώστες συχνά κατηγορούμαστε για ελλιπή συμμετοχή στα δρώμενα, για παθητική θέαση και αδράνεια: απόμακροι και ιδιόρρυθμοι, βαρετοί γυαλάκιες ή ντεμοντέ ερημίτες, ανίκανοι να το ρίξουμε έξω και να αδράξουμε τη μέρα, είναι μόνο μερικά από τα στερεότυπα που χαρακτηρίζουν τους βιβλιοφάγους. Η υπερβολική αγάπη για τα βιβλία θεωρείται ως μια κατάσταση προβληματική από τον έξω κόσμο αλλά ως ευδαιμονία για τον μέσα κόσμο, αυτόν που κουβαλάει ο καθένας από μας στο κεφάλι και στην ψυχή.




Ο ίδιος ο όρος «βιβλιοφαγία» ακούγεται σαν διαταραχή. Σίγουρα τα βιβλία είναι τροφή, αλλά πώς είναι δυνατόν η αγάπη για την ανάγνωση να μετατραπεί ποτέ σε υπερβολή; Εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που επιλέγεις ένα καλό βιβλίο από μια βόλτα. Ή τις περιπτώσεις που μετράς τα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η ώρα να επιστρέψεις στο σπίτι από βραδινή έξοδο μόνο και μόνο για να μπορέσεις να πάρεις αγκαλιά το βιβλίο που διαβάζεις εκείνη την περίοδο. Ή το να προσθέτεις καμιά δεκαριά βιβλία στη λίστα σου με τις επόμενες αγορές - ανά μέρα (!) Αυτό με αγχώνει κομματάκι, το παραδέχομαι. Ή το να αισθάνεσαι ότι δεν προλαβαίνεις να πας σε όλες τις παρουσιάσεις των αγαπημένων σου συγγραφέων, σε όλες τις εκθέσεις, στα υπέροχα βιβλιοπωλεία των πρωτευουσών του κόσμου. Ή το να σου έρχονται γρηγορότερα στο μυαλό τσιτάτα από βιβλία από ότι σου έρχονται οι δικές σου σκέψεις. Ή το να μη θέλεις να μιλάς με κανένα, απλώς να διαβάζεις, να διαβάζεις, να διαβάζεις….


Αν όλα τα παραπάνω είναι διαταραχή… ε τότε «κανένα εμπόδιο να ενωθούν καρδιές πιστές εγώ δε δέχομαι» (Σαίξπηρ, Σονέτο 116, Πολύ κακό για το τίποτα).


Η αγάπη μου για όλα τα υπόλοιπα πράγματα αποδίδεται καλύτερα με τη φράση «fall in book” εκ του αγγλικού όρου fall in love. Κάποιες στιγμές τρομάζω στη σκέψη ότι μπορεί να συμπαθώ περισσότερο τα βιβλία από τους ανθρώπους, αλλά όχι εντάξει, τις περισσότερες φορές καταλήγω ότι είναι ιδέα μου. Παρόλο που παραδέχομαι ότι τα βιβλία (και όχι τα διαμάντια όπως άφησε η Μαίρυλιν να εννοηθεί) είναι οι καλύτεροι φίλοι.


Η σκέψη ότι υπάρχουν βιβλία παντού και πάντα διαθέσιμα, είναι μια παρηγοριά. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τη φθορά και τον αφανισμό, την αναπηρία, τη χρόνια ασθένεια, την ιδρυματοποίηση και την ανημπόρια. Κι εγώ επίσης. Όμως ο τρόμος γίνεται ηπιότερος στη σκέψη μερικών ακόμα βιβλίων στο προσκεφάλι μου. Ό,τι και να γίνει, we will always have books.


Όταν μιλάω για βιβλία, εννοώ εκείνα τα κανονικά από χαρτί. Αυτά που μπορείς να αγκαλιάσεις και να χαϊδέψεις, να μυρίσεις και να αναποδογυρίσεις στην κοιλιά σου, να υπογραμμίσεις και να βρέξεις με δάκρυα, να πάρεις μαζί σου στην παραλία, στο ταξίδι, στη δημόσια υπηρεσία (όσο περιμένεις στην ουρά) ή να βγάλεις βόλτα στο πάρκο. Αυτά που τα έχουν αγγίξει δεκάδες χέρια, που έχουν επιβιώσει από θανάτους, προσωπικά δράματα και καταστροφές μέχρι να φτάσεις να τα κληρονομήσεις από κάποιον προγονό σου ο οποίος επίσης τα αγαπούσε και τα φρόντιζε. Αυτά που χωράνε σε πραγματικές βιβλιοθήκες, όχι στις ηλεκτρονικές.


Τα βιβλία είναι περιουσιακό στοιχείο που κουβαλάς πάνω σου μέχρι να σας χωρίσει το Αλτσχάϊμερ. Ακόμη και με άνοια, τα βιβλία που διάβασες αποτυπώνονται στον τρόπο που επιλέγεις να κοιτάξεις κατάματα το τέλος. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Οι αναγνώστες υπερέχουν σε καρτερικότητα, έχουν εκπαιδευτεί σαν από καιρό.


Τα βιβλία που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, δεν θα φορολογηθούν ποτέ.


Το σύμπαν των βιβλίων δεν θα σε προδώσει. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν αποφασίσεις να το φτιάξεις με τα χεράκια σου.