Αναζήτηση
  • Δέσποινα Λιμνιωτάκη, Ψυχολόγος MSc

Μικρή ιστορία της συζήτησης για τη βία κατά των γυναικών

Πόσα χρόνια πραγματικά συζητάμε ανοιχτά για την βία κατά των γυναικών; Έχουν περάσει είκοσι δύο από την ανακήρυξη της 25ης Νοεμβρίου ως διεθνούς ημέρας υπενθύμισης του χρέους μας απέναντι σε αυτό το σοβαρότατο θέμα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά παρόλα τα άρθρα, υπομνήματα, παρά τις τηλεοπτικές εκπομπές και τις ραδιοφωνικές συνεντεύξεις, η μεγάλη ιστορία της βίας που στρέφεται σε γυναίκες παρέμενε επί σειρά ετών μια «γυναικεία» υπόθεση: ένα θέμα χαμηλής πολιτικής προτεραιότητας που δεν έβρισκε τον δρόμο του στις συλλογικές προσπάθειες χάραξης πολιτικών πρόληψης και αντιμετώπισης. Αφήσαμε τα στατιστικά στοιχεία να φουσκώσουν υπερβολικά προτού ενώσουμε δυνάμεις για την καταπολέμηση της δηλαδή επιτρέψαμε σε πολύ περισσότερες γυναίκες που είχαν ανάγκη να μας εμπιστευτούν, να γίνουν στατιστικά στοιχεία. Το θέμα της βίας κατά των γυναικών, που μέχρι χθες στη χώρα μας ήταν ψηλά μονάχα στην ατζέντα ακτιβιστικών ομάδων, σχετικών με το θέμα συλλόγων και λοιπών φεμινιστικών οργανώσεων, παρέμενε στο περιθώριο ως προς το εύρος, τις διαστάσεις και την πολυπλοκότητα του επειδή δεν μπορούσε να πείσει ότι πρόκειται για φαινόμενο και όχι για κάποιου είδους δικαιωματιστικό τερτίπι, όπως πολλοί χρήστες των κοινωνικών δικτύων λατρεύουν να υποστηρίζουν. Δυστυχώς χρειάστηκαν η πανδημία της καταφυγής στις τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας εν μέσω κορονοϊού, δεκατρείς γυναικοκτονίες και, από την άλλη, η γενναιότητα του κινήματος #metoo, για να ανοίξει ο διάλογος. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον τώρα να γίνει ολόπλευρα.



Όμως η βία δεν είναι το σύμπτωμα που παρακολουθούμε στην ειδησεογραφία. Γεννιέται στο μυαλό των θυτών, τρέφεται από τα στερεότυπα που συντηρεί η κοινωνία, θριαμβεύει σε περιβάλλοντα στα οποία κυριαρχεί η ασάφεια και η αδυναμία μας να εστιάσουμε στις λεπτομέρειες. Ξεκινάει δηλαδή πολύ νωρίτερα από αυτό που τελικά αποκαλύπτει η συμπεριφορική της εκδήλωση. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει περίπτωση να «θεραπευτεί» από τις ευφάνταστες εικόνες των εκστρατειών πρόληψης, από τα έξυπνα σλόγκαν ή την επιδραστικότητα των ινσταγκραμικών προφίλ των επηρεαστών τάσεων. Η βία δεν είναι τάση, δεν είναι μόδα, δεν είναι καν αυτό που παρακολουθούμε με φρίκη στην τηλεόραση. Είναι κάτι πολύ χειρότερο, επειδή μας εμπεριέχει ως πολίτες που δεν έχουμε εκπαιδευτεί να παρατηρούμε στοχαστικότερα τις ανθρώπινες ιστορίες. Και οι ιστορίες αυτές μιλούν για το πώς δεν κάνουμε πρωτογενή πρόληψη μέσα από προγράμματα αντισταθμιστικής αγωγής και εκπαίδευσης υπέρ της ισότητας των φύλων σε σχολικό περιβάλλον. Για το πώς απουσιάζουν οι σωστές ερωτήσεις που θα γυρίσουν ένα βίαιο περιστατικό πίσω στο χρόνο από εκεί που ξεκίνησε: ζητάμε από εξουθενωμένες γυναίκες να μιλήσουν για την κακοποίηση τους αλλά δεν αναρωτιόμαστε «γιατί το κάνει αυτός» ή τι είναι αυτό που κάνει έναν άνδρα να παραμένει σε μια εξουσιαστική σχέση με μια σύντροφο που ο ίδιος έχει εξαθλιώσει. Απουσιάζουν τα προγράμματα αποκατάστασης που θα σπάσουν την ανακύκλωση και θα δημιουργήσουν θετικό, κοινωνικό πρόσημο. Λείπουν τόσο η διασύνδεση στις υπηρεσίες βοήθειας όσο και η διεπιστημονική προσέγγιση στη μελέτη της βίας που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τη θεσμική της αναγνώριση. Πριν από όλα αυτά όμως, θα χρειαστεί να συνειδητοποιήσουμε ότι η βία είναι πολύ αληθινή και ανησυχητική. Και ότι είναι μια σοβαρή εργασία για την εξάλειψη της οποίας δεν μπορούμε να δουλεύουμε μόνες.


* Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, στις 25 Νοεμβρίου 2021.