Αναζήτηση
  • Τριαντάφυλλος Καρατράντος και Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Κατανοώντας τη βία: Πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης (policy paper)*

* Η έκθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη σελίδα του ΕΛΙΑΜΕΠ, στις 4 Νοεμβρίου 2021. Βρείτε την εδώ


Η ανάλυση και εννοιολόγηση της βίας ως φαινομένου που εξελίσσεται παράλληλα με τις οικονομικές, πολιτισμικές και πολιτικές μεταβλητές της κοινωνικής πραγματικότητας και επηρεάζει πολλούς τομείς της καθημερινότητας των ανθρώπων, πρέπει να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη κατανόηση των βαθύτερων αιτιών της. Οι αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών στο περιεχόμενο, τους στόχους, το μήνυμα και τον οικουμενικό χαρακτήρα των καταγραφών βίας καθιστούν αναγκαία την ολόπλευρη θεώρησή της, από τις απαρχές της συγκρότησης της βίαιης προσωπικότητας μέχρι τις διαδικασίες οργάνωσης και περάτωσης επιθέσεων. Η κατανόηση των δυναμικών παραγόντων που οδηγούν στη βία είναι απαραίτητη για την χάραξη στρατηγικών πρόληψης και την προώθηση προγραμμάτων θετικής προσαρμογής και ανάπτυξης προς άτομα και ομάδες. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το συγκεκριμένο κείμενο πολιτικής, παρέχοντας ένα πλαίσιο ανάλυσης και κατανόησης και προτάσεις πολιτικής για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί ολιστικά και συνολικά η βία στις σημερινές κοινωνίες της διακινδύνευσης.



Η πανδημία έφερε ξανά, με πολύ δυναμικό τρόπο, τη βία στο επίκεντρο της συζήτησης. Από την ενδοοικογενειακή βία και τις γυναικοκτονίες, μέχρι τα βίαια κινήματα αντίδρασης, αλλά και το ρόλο των βίαιων εξτρεμιστικών ομάδων, η βία στην εποχή της πανδημίας λαμβάνει πολλές μορφές. Για αυτό το λόγο είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαίο να κατανοήσουμε τη βία για να καταλήξουμε σε στοχευμένα προγράμματα και παρεμβάσεις. Η βία αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν διαχρονικά οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται σε μια κοινότητα, η βία απειλεί την κοινωνική συνοχή, έχει επιπτώσεις για την ομαλή ψυχολογική προσαρμογή των ανθρώπων στο περιβάλλον τους, ενώ επιπλέον αφορά στο συναισθηματικό, πολιτισμικό και πολιτικό κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας. Η κατανόηση της έννοιας της βίας και των επιμέρους κεφαλαίων της στις κοινωνίες του σήμερα, είναι βασικό προαπαιτούμενο για μια ολιστική, συνεκτική στρατηγική πολιτικής πρόληψης και αντιμετώπισης. Αυτό άλλωστε αναδεικνύει και η Ε.Ε. στα περισσότερα κείμενα πολιτικής, στρατηγικής και δράσης για τις διάφορες μορφές της βίας στον 21ο αιώνα, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη κατανόησης των βαθύτερων αιτιών της βίας και ενίσχυσης της γνώσης για την εξέλιξη και τις τάσεις της.


Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να μελετηθούν όχι μόνο γεγονότα αλλά διομαδικές διεργασίες, συγκρουσιακές νοοτροπίες και τάσεις, η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, οι συμβολικές και φαντασιακές ανάγκες διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, αλλά και η αποτελεσματικότητα των κοινωνικο-οικονομικών δομών γύρω από τις οποίες η βία εκτυλίσσεται. Στόχοι μια τέτοιας προσπάθειας είναι η πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση των συμπεριφορικών παραγόντων που σχετίζονται με τη βία, η αναδιάρθρωση του δικτύου υπηρεσιών που απαντούν σε αυτή, η υποστήριξη των θυμάτων, η απεμπλοκή και η επανένταξη των θυτών, η επούλωση των τραυμάτων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και, τελικά, η βελτίωση του επιπέδου ζωής των κοινωνιών μας. Η ευρεία και πολυεπίπεδη κατανόηση του φαινομένου της βίας είναι προαπαιτούμενο ανάπτυξης και ευημερίας.


Ο στόχος του συγκεκριμένου κειμένου πολιτικής είναι η ανάδειξη της αναγκαιότητας κατανόησης της βίας και του γενικότερου πλαισίου εντός του οποίου αυτή εκδηλώνεται και μετεξελίσσεται, συμπεριλαμβανομένων των νέων δομικών χαρακτηριστικών, όπως οι τεχνολογικές αλλαγές που την έχουν επηρεάσει. Επίσης, η καταγραφή μιας σειράς προτάσεων πολιτικής που καλύπτουν συνολικά τον κύκλο ολιστικής απάντησης στη βία: από την κατανόηση, μέχρι την έξοδο, την απεμπλοκή και την υποστήριξη των θυμάτων.


Ο ρόλος της ερμηνείας της βίας


Οι συχνότεροι περιορισμοί στην κατανόηση και διαχείριση του φαινομένου της βίας είναι η δυσκολία των ανθρώπων να αποσυνδεθούν από το συναίσθημα που συνοδεύει μια είδηση βίαιου επεισοδίου, καθώς επίσης και η τάση στενής ηθικής καταδίκης της βίας, πράγματα που δεν συνεισφέρουν στην αντιμετώπισή της. Αυτές οι δύο διεργασίες μετατρέπουν τη βία σε μια εξωγενή κατασκευή των ανθρώπινων κοινωνιών, η οποία πρέπει με κάποιο τρόπο να εξοστρακιστεί. Η αντίληψη που θέλει την αντιμετώπιση της βίας να αφορά μονάχα στην ορθή/ αυστηρή εφαρμογή των νόμων, η κατασταλτική δηλαδή λογική με a posteriori αναφορά σε συμβάντα, δεν αφήνει χώρο για την προσέγγιση που υποστηρίζει πως, σε μεγάλο βαθμό, η βία είναι αποτρέψιμη, μπορεί δηλαδή να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί στο ευρύτερο πλαίσιο των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτό είναι άλλωστε και το πλαίσιο που βάζει η Στρατηγική για την Ένωση Ασφάλειας που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2020 για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών: πόλωση της κοινωνίας, διακρίσεις, ψυχολογικοί και κοινωνιολογικοί παράγοντες που μπορούν να καταστήσουν τους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους στη ριζοσπαστική ρητορική. Ταυτόχρονα, η βία έχει τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος για τις χώρες που μαστίζονται από συχνά επεισόδια, κόστος που θα μπορούσε να επενδυθεί σε προγράμματα πρόληψης και έγκαιρης αντιμετώπισης.


Η βία δεν είναι συμπαγής, ούτε έχει παραμείνει αναλλοίωτη ως προς τις εκφάνσεις της στο χρόνο, αν και συχνότερα αντιμετωπίζεται είτε ως γεγονός ή απειλή (event-driven), στον απόηχο μίας πολύνεκρης επίθεσης (οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ) ή ενός ιδιαιτέρως βίαιου επεισοδίου (αποκεφαλισμός Καθηγητή Πατί στη Γαλλία), είτε ως αποτέλεσμα ιστορικών αλλαγών του πρόσφατου παρελθόντος και της διαμαρτυρίας απέναντι σε αυτές (anti-movements). Προσεγγίζουμε δηλαδή τη βία μονοδιάστατα, αποκομμένη από τα επιμέρους χαρακτηριστικά της όπως αυτά διαμορφώνονται διαχρονικά μέσα από ατομικές και ομαδικές διεργασίες. Πολύ συχνά καταλήγουμε σε περιγραφικές αναφορές αντί για διεισδυτικές αναλύσεις που οπωσδήποτε θα γεννούσαν την ανάγκη μιας διεπιστημονικής προσέγγισης στην ουσία του πώς η βία γεννιέται, επικοινωνείται και μεταλλάσσεται.


Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μας προσφέρει η προσέγγιση του Marc Sageman για την πολιτική βία και την τρομοκρατία. Ο Sageman υποστηρίζει πως οι τρομοκράτες της Narodnaya Volya [1] που δολοφόνησαν το 1881 τον τσάρο Αλέξανδρο τον Β΄ στη Ρωσία δεν ήταν εκ πεποιθήσεως αναρχικοί, αλλά ρεπουμπλικάνοι που ζητούσαν ένα δημοκρατικότερο καθεστώς και όχι μια κατάσταση αναρχίας, αλλά λόγω της καταπίεσης των κινητοποιήσεών τους οδηγήθηκαν στην τρομοκρατία. Ουσιαστικά ο Sageman υποστηρίζει πως η κυρίαρχη παράμετρος δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η αίσθηση του «ανήκειν» σε μία ομάδα, η οποία προωθεί μια κοινωνική ταυτότητα που συγκρούεται με την κυρίαρχη κοινωνική ταυτότητα που υποστηρίζει το κάθε κράτος. Τα μέλη των ομάδων που θεωρούν πως έχουν αποκοπεί από το κράτος υποστηρίζουν τη σύγκρουση με αυτό, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη δυναμικών αντιπαράθεσης και πόλωσης. Με αυτό τον τρόπο ανακύπτει από τα κάτω (bottom-up) μια Πολιτικοποιημένη Κοινωνική Ταυτότητα (Politicized Social Identity), η οποία ενσωματώνει τα επιμέρους παράπονα και προωθεί τις διαδηλώσεις ως μέσο έκφρασης του πολιτικού παραπόνου. Σε αυτή ακριβώς τη φάση ο Sageman εντοπίζει το σημείο καμπής που μπορεί να οδηγήσει στην πολιτική βία.


Οι γυναικοκτονίες και η ενδοοικογενειακή βία είναι μια άλλη περίπτωση, στην οποία πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερο βάρος ως προς τη διάσταση της κουλτούρας, αλλά και των στερεοτύπων. Αυτή η μορφή της βίας έγινε ανεκτή, θεμελιώθηκε ατύπως και επιβίωσε μέσα στο χρόνο, παρά τις σημαντικές μετεξελίξεις των κοινωνιών, την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διεύρυνση των πολιτικών προστασίας, λόγω των στερεοτύπων περί μη ισορροπημένων σχέσεων και μια κακέκτυπη στρέβλωση περί πατριαρχίας.

Μια άλλη σημαντική παρατήρηση είναι το πώς η βία, μέσω των υποστηρικτών αντίστοιχων εκδηλώσεων, προωθεί το μήνυμα της αναγκαιότητας προκειμένου μια κοινωνία να οδηγηθεί σε αλλαγές. Το μακρινό 1970 ο John Lawrence αναρωτιόταν φιλοσοφικά αν η βία και ο εξτρεμισμός απειλούν την ελευθερία ή αποτελούν κανάλια που οδηγούν σε αυτή. Αυτή είναι και η βασική διάσταση της ριζοσπαστικοποίησης που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό. Ως ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να οριστεί η διαδικασία υιοθέτησης ενός εξτρεμιστικού αξιακού συστήματος και η πρόθεση για τη χρήση, την υποστήριξη ή τη διευκόλυνση της βίας και του φόβου ως μεθόδων για την επίτευξη αλλαγών στην κοινωνία. Η αποδοχή της αναγκαιότητας για βίαιη επιβολή των αντιλήψεών τους στην υπόλοιπη κοινωνία μέσω της χρήσης βίας ή η τιμωρία των «άλλων» για τις διαφορετικές πράξεις και τα πιστεύω τους, είναι τα τελευταία στάδια της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης που οδηγούν και στην άσκηση βίας. Η διαδικασία μπορεί να λάβει χώρα στο πλαίσιο κάθε εξτρεμιστικής ομάδας, από την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά μέχρι τους φανατικούς οικο-τρομοκράτες, ενώ πρέπει να σημειωθεί πως δεν οδηγεί απαραίτητα στην τρομοκρατία και στη χρήση βίας.


Είναι λοιπόν κρίσιμο να ασχοληθούμε με αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα της βίας, να δούμε τη βία ως κοινωνικό φαινόμενο και ως δυναμική πρακτική, να μιλήσουμε για τις πολιτισμικές παραλλαγές της αλλά, πολύ περισσότερο, να τη βγάλουμε από την βεντάλια των ιδεολογικών εμμονών που οδηγούν σε απλουστευμένα πορίσματα και τελικά να μιλήσουμε για τον ρόλο της ερμηνείας της βίας.


Πώς κατασκευάζεται η βία


Η ψυχολογία είναι ένα από τα βασικότερα επιστημονικά πεδία που μπορούν να προσφέρουν ερμηνείες για την κατασκευή της βίας. Ωστόσο, η εξέλιξη της ψυχολογικής έρευνας για τη βία δεν έχει φτάσει στο σημείο που είναι απαραίτητο. Εμφανίζονται περισσότερες αναφορές σε μια ψυχοπαθολογία των θυτών, αναφορές που – ακόμα και όταν λαμβάνουν επιστημονική τεκμηρίωση – τείνουν να συρρικνώνουν τη μεγάλη εικόνα σχετικά με τις διαδρομές της βίας προτού αυτή φτάσει να γίνει συμπεριφορά. Επιπροσθέτως, η τυποποίηση χαρακτηριστικών που οδηγούν κάποιους στο να σχεδιάσουν για παράδειγμα το προφίλ ενός δράστη, πολλές φορές υπονοεί ότι το υποκείμενο ζει, σχεδιάζει και εκτελεί μια πράξη εξαρχής αποκομμένο από το γενικότερο περιβάλλον του. Έτσι καταλήγουμε να θεωρούμε ότι οι δράστες είναι μια κατηγορία από μόνη της, ξέχωρη από τον υπόλοιπο πληθυσμό, πράγμα που όχι μόνο υποβιβάζει το παζλ της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, αλλά οδηγεί στο θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης (fundamental attribution error), την τάση να αποδίδουμε τα αίτια συμπεριφοράς ενός ατόμου στα προσωπικά του χαρακτηριστικά. Καταλήγουμε δηλαδή σε κάποιου είδους «αξιολόγηση» του ατόμου, πράγμα που ενισχύει το διομαδικό χάσμα (π.χ. η καλή κοινωνία απέναντι στους κακούς δράστες).


Αυτή η προσέγγιση έδωσε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση στους δράστες τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Επί της ουσίας, δημιουργήθηκε ένα προφίλ πως στην ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση καταλήγουν οι μουσουλμάνοι μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, οι οποίοι είναι αντιμέτωποι με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Από τα στοιχεία που ξέρουμε για τους δράστες των επιθέσεων, υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπάρχει όμως ένα συγκεκριμένο προφίλ. Η ριζοσπαστικοποίηση όμως είναι μια δυναμική διαδικασία όπου η ατομική συμπεριφορά και η κοινωνική αλληλεπίδραση συμπλέκονται. Ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό σχήμα, με σημαντικές αναφορές στην ψυχολογία, είναι η θεωρία των McCauley και Moskalenko, σύμφωνα με την οποία, στην πορεία ενός ανθρώπου προς τη ριζοσπαστικοποίηση και τελικά τη βία μπορούν να αναγνωριστούν ορισμένοι κοινοί μηχανισμοί – «ασυνείδητη» κατεύθυνση μίας διανοητικής διαδικασίας στην οποία το αίσθημα ή το συναίσθημα παίζουν σημαντικό ρόλο. Οι McCauley και Moskalenko έχουν καταγράψει δώδεκα μηχανισμούς που οδηγούν στη ριζοσπαστικοποίηση και τους διαχωρίζουν σε τρεις βασικές κατηγορίες: α) άτομο, β) ομάδα και γ) μάζα.


Άτομο

  1. προσωπική θυματοποίηση,

  2. πολιτική απογοήτευση-παράπονο,

  3. ένταξη σε τζιχαντιστική οργάνωση-η διολίσθηση,

  4. ένταξη σε μία ριζοσπαστική ομάδα-η δύναμη της αγάπης και

  5. το εμπνευσμένο κήρυγμα ως μηχανισμός.

Ομάδα

  1. υπερβολική συνοχή λόγω απομόνωσης ή αίσθησης απειλής,

  2. ανταγωνισμός για την ίδια βάση υποστήριξης,

  3. ανταγωνισμός με το κράτος,

  4. εσωτερικός ανταγωνισμός-σχάση.

Μάζα

  1. η πολεμική τέχνη,

  2. το μίσος και

  3. το μαρτύριο.


Ο ρόλος της ηγεσίας


Ωστόσο, αυτό που χρειάζεται να δούμε στις σύγχρονες ριζοσπαστικοποιημένες κοινότητες, είναι πράγματι η προσωπικότητα των ηγετών μικρών ή μεγαλύτερων εξτρεμιστικών ομάδων. Πολύ συχνά, είτε επειδή οι ομάδες είναι μικρές σε αριθμό μελών και σχετικά νέες ως προς τη δράση τους, είτε επειδή είναι αποκεντρωμένες σέκτες ή υπό-ομάδες μιας μεγαλύτερης οργάνωσης, ο ρόλος του μυητή είναι πρωταγωνιστικός για την εξέλιξη και την πορεία τόσο των μελών ξεχωριστά όσο και της ομάδας στο σύνολό της. Στην περίπτωση της τρομοκρατίας η παράμετρος της ηγεσίας -του λεγόμενου χαρισματικού ηγέτη- είναι χαρακτηριστική, με σημαντικότερα παραδείγματα τον Osama Bin Laden ή τον Abu Bakr al-Bagdadi. Ο Σπρίνζακ ισχυρίζεται ότι η προσωπικότητα του ηγέτη είναι πολλές φορές πιο ισχυρή στην οικοδόμηση μιας βίαιης κουλτούρας από την ιδεολογία ή την κοινωνικοπολιτική τεκμηρίωση των προκηρύξεων των ομάδων.


Το αναπόφευκτο των προκαταλήψεων και ο ρόλος των ομάδων


Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι μελετητές της βίας καταλήγουν στο ότι πρόκειται για μια συλλογική διαδικασία, οργανωμένη μέσα στο σύστημα των δραστών με υλικό τα στερεότυπα, εκείνα τα γνωστικά, συχνά ασυνείδητα κατασκευάσματα που βάζουν σε τάξη τις σκέψεις μας, εξοστρακίζοντας τις απειλές προς τον εαυτό και την ταυτότητα. Αυτά είναι που οδηγούν στην εισαγωγή των ατόμων σε ομάδες, αυτά χρησιμοποιούνται ως ουσία για κατηγοριοποίηση αργότερα, αυτά μπορούν να οδηγήσουν στην προκατάληψη, τη συναισθηματική εκδήλωση των πεποιθήσεών μας. Είναι η εισαγωγή όμως σε μια ομάδα που εξελίσσει τις πεποιθήσεις σε δράση, αυτή που προσθέτει τη βίαιη ταυτότητα-ένα ιδιότυπο αίσθημα «ανήκειν».

Η βία ξεκινάει από τον εαυτό ενός ατόμου για να σφυρηλατηθεί μέσα σε μια ομάδα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να χαρτογραφήσουμε το μονοπάτι.


Η Devine είχε μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο οι προκαταλήψεις ενεργοποιούνται από την προσπάθεια των ανθρώπων να δημιουργήσουν σχήματα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν. Έτσι, τουλάχιστον σε ένα βασικό, αυτόματο επίπεδο, είναι σύμφυτες και αναπόφευκτες (inevitability of prejudice). Αν αυτό συμβαίνει τότε ο βαθμός στον οποίο οι προκαταλήψεις θα ενισχυθούν και θα μεταλλαχθούν σε ρατσιστική συμπεριφορά -δηλαδή συμπεριφορά με αρνητικό πρόσημο που κατευθύνεται προς τα μέλη μιας αλλότριας ομάδας (του Άλλου)- εξαρτάται τόσο από τις γνωστικές δεξιότητες ενός ατόμου όσο και από την κουλτούρα της κοινότητας μέσα στην οποία αυτό μεγαλώνει.


Η ενεργός συμμετοχή σε ομάδες, μας δίνει την ευκαιρία να κατασκευάσουμε σχήματα του κόσμου γύρω μας και να τα χρησιμοποιήσουμε αργότερα για να επιβιώσουμε κοινωνικά. Ουσιαστικά όμως, τα σχήματα αυτά εδράζουν στη διάκριση υπεροχής/κατωτερότητας, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα της δικής μας ομάδας συγκριτικά με μια άλλη ομάδα που βρίσκεται έξω από εμάς. Αυτό σημαίνει ότι σε κοινωνίες ανισοτήτων, αστάθμητων αλλαγών και ποικιλομορφίας πληθυσμού, στις οποίες οι άνθρωποι ωριμάζουν με διαφορετικούς ρυθμούς, η κοινωνική συνοχή απειλείται. Αυτό επίσης σημαίνει ότι από οποιαδήποτε πλευρά κι αν εξετάσουμε τη βία πολύ γρήγορα θα διακρίνουμε το δίπολο subordination/dominance, το κεντρικό θέμα πίσω από την εισδοχή σε ομάδες ή την ενεργό δράση σε αναφορά με αυτές.


Η επιθετικότητα που εκπορεύεται από το παραπάνω δίπολο και η σχεδόν ψυχολογική ανάγκη για διάφορες ομάδες να παρουσιάζονται ως θύματα αδικίας από τους απέναντι, δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο αυτοκαταστροφικότητας που καθυστερεί τις προσπάθειες καλλιέργειας ανθεκτικότητας σε μια κοινότητα.


Μια ενδελεχής μελέτη για τη βία δεν μπορεί να γίνει αν δεν προηγηθεί η συλλογή και ανάλυση δεδομένων που θα την αποκρυπτογραφήσουν, δίνοντας, ανάμεσα σε άλλα, στοιχεία πάνω σε ζητήματα περιθωριοποίησης.

Μια από τις πιο συνηθισμένες εμπειρίες κοινωνικής συμπεριφοράς λαμβάνει χώρα όταν οι άνθρωποι υποτάσσονται στη στάση και τα θέλω μιας πλειοψηφίας και αφομοιώνονται από αυτή (identification with the group). Η ερμηνεία που δίνεται σε ένα τέτοιο φαινόμενο ξεκινά από την ανάγκη των ανθρώπων να εξαρτώνται από άλλους για πληροφορίες και να γίνουν αποδεκτοί. Ο εγγενής φόβος της διαφορετικότητας που έχει να κάνει με την επιβίωση και η επίτευξη μελλοντικών στόχων που αφορούν στην ικανοποίηση του εαυτού, κάνουν απαραίτητη τη συμμετοχή σε μια ομάδα.


Οι ομαδικές διεργασίες δίνουν ταυτότητα στα μέλη. Από την άλλη, λειτουργούν ως χωνευτήρι συνειδητών και ασυνείδητων παρορμήσεων.


Η σύγκριση ανάμεσα σε ομάδες και ο ετεροπροσδιορισμός οδηγεί στο φαινόμενο της πόλωσης, το οποίο εμφανίζεται σε πλείστες κοινωνικές διαδράσεις που καταλήγουν στη σύγκρουση. Η πόλωση έχει δύο διαστάσεις που αφορούν στην απόσταση: τη γνωστική και τη συναισθηματική απόσταση, ενώ οικοδομείται σε δύο στάδια, αφενός μέσα από τον τρόπο που τα μέλη μιας ομάδας συλλαμβάνουν τον εαυτό τους μέσα στην ομάδα (διαμόρφωση ταυτότητας), αφετέρου με τον βαθμό που αποφασίζουν να απομακρυνθούν από άλλες ομάδες (αναγνωρίζουν δηλαδή στους άλλους χάσμα με το οποίο δεν είναι διατεθειμένοι να συμπλεύσουν). Οι Seferiades και Johnston υποστηρίζουν πως η πολιτική βία εμφανίζεται σε περιόδους «συγκρουσιακής ασυνεννοησίας» (conflictual irrelevance), περιόδους δηλαδή που είτε οι αντιδραστικές συλλογικότητες και ομάδες δεν μπορούν να εκφράσουν πειστικά τα παράπονα και τις διεκδικήσεις τους (έλλειμμα αποδιοργάνωσης), είτε οι αρχές και το κράτος αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να απαντήσουν στα αιτήματα (έλλειμμα μεταρρυθμίσεων). Στην περίπτωση που συμπέσουν αυτές οι δύο περίοδοι η βία έρχεται για να καλύψει την αδυναμία πολιτικής έκφρασης.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μετατροπή των διαδηλώσεων σε βίαια επεισόδια. Σε αυτό το πλαίσιο υιοθετείται από τα μέλη μία ομάδας διαμαρτυρίας μια ακραία και επιθετική ρητορική, η οποία καθίσταται σημαντικότερη από την όποια ιδεολογία. Εκ του αποτελέσματος υπάρχει στροφή σε πιο «πολεμικά» πρότυπα, με ρόλο καταλύτη να διαδραματίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία μεγεθύνουν την πόλωση. Οι βασικές νόρμες των ομάδων αυτών τείνουν να γίνουν αποκλειστικά πολεμική και ό,τι εκλαμβάνεται ως το πιο ακραίο μέλος της άλλης ομάδας (στη συγκεκριμένη περ