Η αποφυγή της συζήτησης για το πώς κατασκευάζεται η βία**

Κάθε φορά που έρχεται στο φως η τραγική πραγματικότητα άλλης μίας γυναικοκτονίας, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αναφέρεται επιτακτικά στην ανάγκη να υπάρξει εκ νέου εκπαίδευση πάνω στους τρόπους με τους οποίους ο πυρήνας της οικογένειας αναγνωρίζει τα έμφυλα στερεότυπα, αντιδρά σε αυτά και ανταποκρίνεται στην εξάλειψη τους.



Η βία που εκπορεύεται από την τυποποίηση των ρόλων και από τις προσδοκίες εκπλήρωσης αυτών των ρόλων από τα φύλα, μέσω συγκεκριμένων συμπεριφορών, είναι μια θεματική ενότητα που αγγίζουμε ελάχιστα, στην πραγματικότητα. Αναφερόμαστε σε αυτή αλλά δεν την αναλύουμε, ούτε παρουσιάζουμε προτάσεις εξόδου από την κρίση.


Υπάρχει μια γενικότερη συναίνεση στο τι πρέπει να γίνει (καλύτερη εκπαίδευση προς όλα τα φύλα, ενημέρωση και θετική ενδυνάμωση τους) αλλά λίγη πληροφορία σχετικά με το πώς. Δεν είμαστε σίγουροι για τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν πάνω στο θέμα της «εκπαίδευσης» και, επίσης, δεν είμαστε βέβαιοι για το αν η ανθρωπογεωγραφία των κοινοτήτων μας είναι έτοιμη στην πλειοψηφία της να δεχτεί αλλαγές και ποιες (η ανθρωπογεωγραφία των διαδικτυακών κοινοτήτων πάντως εμφανίζει πολυγνωμία και αντικρουόμενες απόψεις).


Έτσι, οι λέξεις «εκπαίδευση» και «παιδεία» καταλήγουν να γίνονται ευχολόγιο και ξόρκι που όμως ελάχιστα καταφέρνουν να μετακινήσουν τα πράγματα. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το ότι οι γυναικοκτονίες είναι πλέον τακτικά πρωτοσέλιδα μιας χώρας που ευαγγελίζεται αρχές και αξίες αλλά πάσχει σε θέματα πρόληψης ενώ πιστεύει ότι έχει διευθετήσει όλες τις ανισότητες;


Καταδικάζουμε απερίφραστα τα στερεότυπα αλλά, συχνά, τα αναπαράγουμε. Καταδικάζουμε και αναπαράγουμε. Αυτό συμβαίνει επειδή χρειάζεται χρόνος και ανάλυση για να βρεθεί η ρίζα που οδηγεί το χέρι στο να δολοφονήσει. Δεν είναι ούτε η παραφορά, ούτε η κακιά στιγμή, ούτε πάντα ο δόλος, με την έννοια ότι δεν έχουν όλοι οι γυναικοκτόνοι προγραμματίσει να σκοτώσουν ή φλερτάρει με την ιδέα (όπως ανέφερε διαδικτυακό άρθρο σε πασίγνωστη εφημερίδα) να πετάξουν τη σύντροφο τους από τον γκρεμό. Όχι, είναι κάτι χειρότερο - είναι η «ευκολία» που εκπορεύεται από την πεποίθηση ότι ένας άλλος άνθρωπος τους ανήκει: ένας άλλος άνθρωπος είναι ιδιοκτησία τους και άρα αυτοί μπορούν να ορίζουν τη μοίρα του.


Αυτή η παντοδυναμία είναι χτισμένη λιθαράκι λιθαράκι, σχεδόν κληρονομείται κοινωνικά ως σύμπλεγμα νοοτροπιών, συμπεριφορών, αντιδράσεων και ορίων «ανοχής» του διαφορετικού άλλου. Σε αυτή την κληρονομιά είμαστε συνυπεύθυνοι, αν και θα παραδεχτώ ότι, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική κοινωνία - μέσω των νεότερων παιδιών της - έχει αρχίσει να ξυπνά και να φωνάζει «όχι, στο όνομά μου». Επιτέλους.


Και πάλι, χρειάζεται να συμφωνήσουμε όχι απλά στην πράξη και στις λέξεις που την περιγράφουν αλλά στα πώς και στα γιατί μιας τέτοιας κατάληξης και στο τι πρέπει να γίνει για να μη θρηνούμε θύματα. Δεν πρόκειται για συζήτηση με χαρακτηριστικά οπαδισμού, πολιτικής προπαγάνδας, ούτε είναι φρεναπάτη της εποχής. Πρόκειται για ένα θέμα που κρατάει σαν συνεκτική ουσία τις κοινωνίες μας ζωντανές, ενεργές και δεμένες. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, κρατώντας τα στόματα και τα μυαλά κλειστά, οδεύουμε από μόνοι μας προς γκρεμούς.


* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Gea: Gender Equality Assembly, στις 21/07/2021